Φονιάδες, μαχαιροβγάλτες καὶ ἀνθέλληνες οἱ …«ἡγέτες» μας. (α)

Ἐδῶ καὶ σχεδὸν δύο αἰῶνες ἐπισήμως, ἀλλὰ στὴν πραγματικότητα πολὺ πολὺ περισσότερο.
Καί, φυσικά, πίσω ἀπὸ ὅλην αὐτὴν τὴν ἀπίστευτη κι ἀνθελληνικὴ ὑστερία, μία τράπεζα, ποὺ διαχειρίζεται τὸ ἱστορικό μας ἀρχεῖο καὶ ποὺ ἀποφασίζει γιὰ τὸ τὶ πρέπει ἢ δὲν πρέπει νὰ διδαχθοῦμε γιὰ τὴν Ἱστορία μας, ἐπιλέγει ἐπὶ πλέον τὸ ποιὸς θὰ τιμωρηθῇ καὶ ποιὸς ὄχι, γιὰ τὶς πράξεις του.
Ἐγκλήματα κι ἐγκλήματα εἰς βάρος τοῦ Ἔθνους… Ἀμέτρητα…
Ἐννοεῖται πὼς οἱ πρωτεργάτες αὐτῶν, ἐκτὸς ποὺ ἐπλούτισαν πλιατσιολογώντας, μὲ τὸ ἔτσι θέλω, παρέμειναν στὸ ἀπυρόβλητον καὶ ἐπὶ πλέον παρουσιάζονται ὡς …ἥρωες!!!

Ἡ Ἐθνικὴ Τράπεζα …κερνᾶ ἱστορία!!!

Σὲ ἀπόλυτο συνεργασία καὶ σύμπραξιν φυσικὰ μὲ τὸ ἵδρυμα Ῥοκφέλερ…

Ῥοκφέλερ καὶ κοινωνικὸς ἔλεγχος μέσῳ τῆς παιδείας

Παραμένοντας ὅμως μόνον στὰ πρόσφατα γεγονότα, τοῦ νεοσυστάτου ἑλλλαδοκαφριστάν, μποροῦμε πανεύκολα νὰ βγάλουμε ἀσφαλῆ συμπεράσματα, γιὰ τὸ εἶδος τῶν καθαρμάτων, ποὺ μᾶς ἐπέβαλαν (διὰ τῆς ἀκράτου βίας) ὡς …«κεφαλές» μας.

Ἀρχῆς γενομένης ἀπὸ τὴν πρώτη (ἂς ποῦμε) Ἐθνοσυνέλευσιν, θὰ διαπιστώσουμε πὼς ἄλλο ἡ Ἐθνοσυνέλευσις κι ἄλλο αὐτὸ ποὺ μᾶς ὑπέδειξαν (καὶ μᾶς ἐκπαίδευσαν νὰ πιστεύουμε ὡς ὀρθόν) γιὰ …ἐθνοσυνέλευσιν.

«…Ἀποκτήσαμε καὶ νέες μεθόδους πολιτογραφήσεως, βάσει, πάντα, τοῦ …πνεύματος τῆς ἐποχῆς, ποὺ διέπετο ἀπὸ τὸ ποιὸς κρατᾶ τὸ …χρῆμα!!!…»

19 Μαρτίου 1827. Ἀποκτήσαμε …«στρατιωτικούς» ἡγέτες

Ἀπὸ ἀρχῆς ὑπάρξεως τοῦ Ἑλλαδοκαφριστᾶν τὰ ἴδια καὶ τὰ ἴδια. «Ἐκλεκτοί» σὲ «ἐκλεκτές» θέσεις.
Πρόθυμοι πραιτωριανοὶ σὲ θέσεις ἀστυνομεύσεως.
Κεντρικὸς ἐγκέφαλος ὁ ἐπίσημος ἐκπρόσωπος τῶν τοκογλύφων, ὁ ὁποῖος, ἀνεξαρτήτως τῶν ἐγκλημάτων του κατὰ τοῦ λαοῦ, παραμένει ἀτιμώρητος καὶ καταλήγει …ἥρως!!!

(Μὴν ἀνησυχεῖτε… ἀπὸ τότε ὑπῆρχε ἡ ἀντίστοιχος -καὶ κατὰ τὸ δοκοῦν- «διαύγεια»!!!)

Γιὰ νὰ μὴν πῶ καὶ …ἐθνοσωτήρ!!!
Εἴτε λοιπὸν λέγεται Κουντουριώτης, εἴτε Κωλέττης, εἴτε Μαυροκορδᾶτος, εἴτε Νέγρης, εἴτε Λόντος, εἴτε Ζαΐμης,
εἴτε Γκούρας, εἴτε Μακρυγιάννης, εἴτε Γιατρᾶκος, εἴτε Παπαφλέσσας, εἴτε Μιαούλης, εἴτε Κοντόσταυλος, εἴτε Λουριώτης, εἴτε Ὀρλάνδος, εἴτε Τρικούπης, εἴτε Σταύρου, εἴτε Βενιζέλος, εἴτε Πάγκαλος, εἴτε Καραμανλῆς, εἴτε Μητσοτάκης, εἴτε Παπανδρέου εἶτε ἀκόμη καὶ …Χριστοφορᾶκος ἢ Γιᾶννος Παπαντωνίου ἢ Ἀνδρέας Γεωργίου ἢ GAPατος ἢ Παπαδήμιος ἢ Σαμαρᾶς ἢ Μπένυ ἢ ὅπως θέλετε…
…παραμένει στὸ ἀπυρόβλητον, διότι ἐξ ἀρχῆς αὐτὴ εἶναι ἡ συμφωνία. Λεηλατοῦν τὸν (κάθε) λαό, διατηρώντας τον ἐν καταστολῇ, «νομομαγειρεύουν» κατὰ πῶς ἐξυπηρετῶνται οἱ τοκογλῦφοι καὶ χαίρουν ἀπολύτου ἀσυλίας, ἀνεξαρτήτως τοῦ μεγέθους τῶν ἐγκλημάτων τους.
Τόσο ἁπλᾶ.

Οἱ διώξεις κατὰ τῶν πραγματικῶν πολεμιστῶν ὑπὲρ τῆς Ἐλευθερίας, ἄλλοτε μὲ προφάσεις, ἄλλοτε ἀπροκαλύπτως κι ἄλλοτε μὲ εὐθεῖες ἐπιθέσεις, ποὺ κουβαλοῦσαν πίσω τους ἀμέτρητες σκευωρίες, δολιοφθορὲς καὶ δολιότητες, κατασυκοφαντήσεις,  καὶ μυθεύματα, ἀλλὰ καὶ …φόνους, πολλοὺς φόνους, κατέληξαν νὰ μετατρέψουν τοὺς πρωτεργάτες τῆς Ἐπαναστάσεως σὲ …ἀποδιοπομπαίους τράγους καὶ τοὺς διῶκτες τους σὲ …ἐθνικοὺς εὐεργέτες!!!

«…Πῶς ἐσκοτώθη ὁ Μπαλάσκας καὶ ὁ Ἀλέξης Νοῦτζος. Τσοπάνης παραπονιέται διὰ τὰ πρόβατά του. Ἕνας Ἀρειοπαγίτης μοῦ λέγει διὰ νὰ σκοτώσω τὸν Ὀδυσσέα! Πρωτύτερα μοῦ εἶχε στείλῃ ἡ Διοίκησις ἕναν Γραμματικόν. Τὸν παίρνω μὲ τὴν κουμπούρα….»

Νικήτας Σταματελόπουλος ἢ Νικηταρᾶς
Διήγησις Συμβάντων Ἑλληνικῆς Φυλῆς
διὰ χειρὸς Γεωργίου Τερτσέτη

 Κατάλοιπα αὐτῶν τῶν ἐγκληματιῶν, μὰ καὶ διδάσκαλοι, εἶναι κάθε λογῆς πολιτικοὶ ἀπόγονοι. Εἶναι φυσικὰ καὶ τὰ σημερινὰ κουδουνισμένα, ποὺ ἐπίσης …ἐκδίδονται σὲ ὅλες τὶς μορφὲς ἐγκληματικότητος, ἀνθελληνισμοῦ καὶ μισανθρωπισμοῦ. Ὅλοι οἱ σημερινοὶ κουδουνισμένοι, ποὺ …ὑποκρίνονται πὼς νομοθετοῦν (κατ’ ἐντολὴν τῶν ἐργοδοτῶν τους, ὑπογράφοντας ἁπλῶς ἕτοιμα νομοσχέδια, ποὺ ἔρχονται …πακέτο ἀπὸ τὰ κεντρικὰ τῶν τοκογλύφων), ἔχουν πολλὰ νὰ κρύψουν. Πάρα πολλά. Κι ὅταν, γιὰ κάποιον λόγο, καθ΄ ὑπόδειξιν πάντα (βλέπετε, τὰ ἴδια κέντρα στηρίζουν καὶ συμπολιτεύσεις καὶ ἀντιπολιτεύσεις), πρὸ κειμένου νὰ γίνεται ἡ ἀνάλογος «ταραχή», ποὺ θὰ προσελκύσῃ ψηφοφόρους, μαθαίνουμε κάποιαν καταγγελία, δὲν πρέπει νὰ ἀνησυχοῦμε. Ὅπως δημοσιεύεται, ἔτσι καὶ θάβεται. Τόσες ἑκατοντάδες φακέλλους ἔχουν θάψῃ στὰ ἀρχεῖα τους καί, ἰδίως στὰ συρτάρια τῆς βουλῆς. Γιά μερικές ἀκόμη θά ἀνησυχήσουν;
Θέλετε πρόσφατο παράδειγμα;
Ἰδοῦ…

ἐπεὶ δὴ τὸ ἐν λόγῳ ἄρθον …ἀπῳλέσθη, ἀκόμη κι ἀπὸ τὸ «πρῶτο θεμα», ὀφείλω νὰ σᾶς τὸ προσφέρω γιὰ ἀρχεῖον.

Ἔνοχος γιὰ ἀνθρωποκτονία ἐκ προθέσεως ὁ Βουδούρης

πηγὴ
(τὸ …χαμένο δημοσίευμα τοῦ πρώτου θέματος ἐδῶ)

Αὐτός, γιὰ παράδειγμα, ὁ μουσιοῦ βουδούρης, πολὺ πιθανὸν νὰ μᾶς ἔλθῃ ὡς …ἐθνοσωτὴρ μελλοντικῶς.
Ἂς τὸν ἐνθυμούμεθα καλοῦ κακοῦ.

Ὅσο γιὰ τὶς ἁρπακτές τους, τὶς ἀτιμίες τους καὶ τὰ πλιάτσικα…
…δὲν χρειάζεται νὰ τὸ ἀναλύσω περισσότερο σήμερα. Καὶ μόνον οἱ ὑποθέσεις Siemens καὶ Γεωργίου ἀπαντοῦν σὲ πολλὰ ἐρωτήματα.
(Θὰ ἐπανέλθουμε μὲ περισσότερα στοιχεῖα γιὰ τὸ ζήτημα τῆς ἐγκληματικότητος τῶν «ἐθνοπατέρων» μας συντόμως!!!.)

Κλείνοντας θὰ ἔλεγα πὼς εἶναι σοφὸν πλέον νὰ μελετήσουμε καλῶς τὴν ἱστοριά μας. Πολὺ καλῶς.
Ἀνακαλύπτοντας τὰ μυστικὰ ποὺ μᾶς ἀπέκρυψαν, θὰ γίνουμε …μάντεις αὐτῶν ποὺ μᾶς προετοιμάζουν.

Φιλονόη

Σημειώσεις
ἐκ τοῦ ἱστορικοῦ μας ἀρχείου
(κι ὄχι μόνον)

Φυσικὰ ὁ μουσιοῦ βουδούρης δὲν εἶναι κι ὁ μόνος ἐκ τῶν (ἐξ …ἀμελείας) φονιάδων. Ὑπάρχουν κι ἄλλοι.
Μόνον γιὰ τὰ σχετικῶς πρόσφατα γεγονότα, ἀξίζει νὰ θυμηθοῦμε κι αὐτὸ τὸ περιστατικό:

πηγὴ

Ἕνα περιστατικὸν ποὺ ἔχουμε ἔνοχο γιὰ φόνο ἐξ ἀμελείας (μήπως ἀλκοόλ;), ἀλλὰ δὲν ἔχουμε τιμωρία.
Ἕνα περιστατικὸν ὅπου, ὡς συνήθως, βασιλεύει ἡ …βουλευτικὴ ἀσυλία!!!

πηγὴ

 

«…Ὁ Ἀλέξης Νοῦτζος ἦταν τὸ σημαντικώτερον σπίτι τῆς Ῥούμελης πρίντζηπας τοῦ Ζαγοργιοῦ, ἀγαπημένος πολὺ τοῦ Ἀλῆ-πασσα κι᾿ ὅλων τῶν ἀλλουνῶν πασσάδων καὶ ῥιτζαλιῶν τους, τίμιος ἄνθρωπος, καλοθελητὴς τῆς ἀνθρωπότης. Πολλοὺς Ῥωμαίους, Ὁβραίους, Τούρκους ἐγλύτωνε ἀπὸ τὴν κρεμάλα. Τέλος ἦταν πασσᾶς Ρωμαῖος, ἀγαπημένος ἀπ᾿ οὔλους τους σημαντικοὺς Ἕλληνες στρατιωτικούς, πολιτικούς, θρησκευτικούς. Ἦταν στὸ Σοῦλι ὁποῦ ἀγωνίζοντο, εἰς τὴν Λαγκάδα, Μακρυνόρο κι᾿ ἀλλοῦ εἰς τὰ δεινὰ τῆς πατρίδος. Καὶ ξόδιασε κι᾿ ὅλη του τὴν κατάστασιν διὰ τὴν πατρίδα.

Τελειώνοντας ὁ πόλεμος ἀπὸ τὴν δυτικὴ Ἑλλάδα, ἦλθε εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Αὐτὸς ὁ δυστυχὴς δὲν τοὺς εγνώριζε αὐτούς. Ὁ κύριος Κωλέττης ἦταν στὰ πράματα, ὑπουργὸς τοῦ πολέμου καὶ τρογυρισμένος μὲ τοὺς ὅμοίους του φίλους. Ἀφοῦ εἶδε τὸν Ἀλέξη Νοῦτζο ὁ Κωλέττης ὁποῦ ἦλθε, ὑποπτεύθηκε ὅτι θὰ ῾παιρνε αὐτὸς τὰ πρωτεῖα κ᾿ ἐπιῤῥογὴ τῆς Ῥούμελης, ὅτι τὸν ἐνικοῦσε εἰ τὴν ἰκανότη κι᾿ ὅλος ὁ κόσμος τὸν ἠγάπαγε. Τότε λέγει ὁ Κωλέττης: «Πρῶτα ὑποπτευόμουν τὸν Δυσσέα, τώρα ἦρθε τρανύτερος». Ἦλθε κι᾿ ὁ Χρῆστος Παλάσκας ἄνθρωπος γενναῖος, τίμιος, ἀπὸ καλὸ σπίτι. Αὐτεινοῦ τοῦ δυστυχοῦς τό  ‘καμε τὸν φίλο ὁ Κωλέττης περισσότερον διὰ τὴν γυναίκα του κι᾿ ὄχι διὰ ἐκεῖνον τὸν ἴδιον. Τώρα ὁ Κωλέττης, ἄνθρωπος ἀπὸ τὸ σκολεῖον τοῦ ἀφέντου του τοῦ Ἀλῆ πασσᾶ, ἐμέτρησε: «Τὸν Δυσσέα τὸν ἔχω ἀντίζηλο, τὸν Ἀλέξη Νοῦτζο τὸ ἴδιο, τὸν Παλάσκα διὰ τὸ κέφι μου καλὸ εἶναι νὰ χαθῇ, νὰ κάμω τὴν γυναῖκα του μορόζα μου».
Ὅτι τέτοιοι εἶναι οἱ ἄνθρωποι ὁποῦ μᾶς κυβερνοῦν καὶ θέλουν νὰ μᾶς λευτερώσουν καὶ νὰ μᾶς διατιμήσουν  θέλουν καὶ νὰ μᾶς σκοτώσουν. Αὐτὸ βλέπομεν ὡς σήμερον ἀπὸ τὸν Κόντε Λάλα Μεταξᾶ κι᾿ ἀπὸ τὸν Ἐκλαμπρότατον Κωλέττη κι᾿ ἄλλους.

Ἀφοῦ εἶχε τὴν δύναμιν τῆς Κυβερνήσεως ὁ Ἐκλαμπρότατος Κωλέττης, διατάττει μὲ τοὺς συντρόφους του κυβερνῆτες (ἀφοῦ ὁ γραμματέυς, ὁποῦ στεῖλαν ἡ Διοίκησις κι᾿ ὁ Ἀργειοπάγος εἰς τὸν Νικῆτα νὰ σκοτώσῃ τὸν Δυσσέα, δὲν ἠθέλησε), τότε διατάττουν τοὺς ἄλλους δύο, Ἀλέξη Νοῦτζο καὶ Χρῆστο Παλάσκα, νὰ ὑπάγουν αὐτεῖνοι οἱ δύο ἀναντίον τοῦ ἄλλου ὀχτροῦ τοῦ Κωλέττη, τοῦ Δυσσέα, διορίζουν τὸν Νοῦτζο προμηθευτὴ τῶν στρατεμάτων καὶ τὸν Παλάσκα ἐκτελεστικὴ δύναμιν. Κι᾿ ἂν δὲν ἀκούσῃ ὁ Δυσσέας, νὰ τὸν κτυπήσουε. Ἦλθαν καὶ οἱ δύο ἔξω, ἐσυνάχθημε ὂλ᾿ οἱ ἀρχηγοὶ κι᾿ ἁπλοῖ στρατιωτικοὶ σ’ ἕνα μέρος κι᾿ ὁ Δυσσέας μαζύ, διαβάσαμε τὶς διαταγὲς τῆς Κυβερνήσεως καὶ τοὺς εἴπαμε: «Στὸ στρατόπεδον φέρνουν ζαϊρὲ οἱ δημογέροντες κι᾿ ὅ,τι ἄλλα τοῦ πολέμου κάνη χρεία. Ἂν ἔχετε τὰ μέσα, χρήματα, ἀκολουθᾶτε τὴν δουλειά σας, ὅμως νὰ μὴν εἶσθε ἄδειγοι ἀπὸ τὰ μέσα, καὶ τότε θ᾿ ἀμελήσουν καὶ οἱ δημογέροντες, καὶ μείνῃ τὸ στρατόπεδον ἀπρομήθευτον καὶ διαλυθῇ, ὅτι οἱ Τοῦρκοι ἐξαπλώθησαν πολὺ καὶ μᾶς ἦλθαν πολλὰ πλησίον, ἐπιάσαν ὅλα τὰ στενὰ κ᾿ ἑτοιμάζονται νὰ μποῦν μέσα. Κι᾿ ἀφοῦ περάσουν ἀπὸ τὰ στενά, δὲν τοὺς βαστοῦμε. Καὶ κάθε ἡμέρα ἔχομεν πόλεμον μ᾿ αὐτοὺς καὶ οἱ ἄνθρωποι μπαΐλντισαν, καὶ νὰ μὴν μείνουν καὶ νηστικοὶ καὶ διαλυθοῦν καὶ κινδυνέψῃ Ῥούμελη καὶ Πελοπόννησος ὅλη. Ὅτ᾿ εἶναι πολλὴ Τουρκιὰ κι᾿ ὅλο συνάζονται. Κι᾿ ἂν ἔχετε τὰ μέσα, καθίστε κι ἐνεργᾶτε, εἰδέ, ἀγροικηθῆτε μὲ τὴν Κυβέρνησιν νὰ σᾶς εὐκολύνῃ τὰ μέσα κι᾿ ἀναφέρετε κι᾿ ὅ,τι σας εἴπαμε». Ἀναφέρθηκαν τόσες φορὲς χωρὶς νὰ λάβουν ἀπάντησιν. Σηκώθηκαν καὶ πῆγαν ὀπίσου εἰς τὴν Κυβέρνησιν νὰ τῆς ποῦν τὴν κατάστασιν τῶν στρατεμάτων καὶ τὸ προχώρεμα τῶν Τούρκων, καὶ οἱ ἄνθρωποι ἀκατάπαυτα πολεμοῦν, καὶ τρέξιμον νύκτα καὶ ἡμέρα, μπαϊλντίσαμεν νὰ βαστοῦμε τοὺς Τούρκους εἰς τὰ στενώματα, νὰ μὴν περάσουν κι᾿ ἀφανισθῇ ὁ τόπος. Ἀφοῦ φύγαν αὐτεῖνοι διὰ τὴν Κυβέρνησιν νὰ μιλήσουν κι᾿ ὅ,τι τοὺς διατάξουν ν᾿ ἀκολουθήσουν…

…Σ αὐτὰ ὅλα ἔφταιγε ὁ Κωλέττης. Ἀπὸ τὸν Ἀλῆ πασσᾶ – ἦταν ἰατρὸς τοῦ Μουχτάρπασια– γνώριζε τὸν Δυσσέα τὶ νοῦ εἶχε, ἦταν ὁ καλλίτερος ἀπ᾿ ὅλους τοὺς ἄλλους στρατιωτικούς. Δὲν μποροῦσε νὰ τὸν παίξῃ αὐτὸν ὁ Κωλέττης. Κ᾿ ἤθελε νὰ τὸν βγάλῃ ἀπὸ τὴν μέση καὶ νὰ κάμῃ  τοὺς δικούς του, σκοπούς. Ὁ Κωλέττης εἶναι ἀπὸ τοὺς Καλαῤῥῦτες. Ὅταν ἐχαλάσθησαν οἱ Καλαῤῥῦτες ἀπὸ τοὺς Τούρκους, ἐπέρασε ἀπὸ τὸν Γῶγο κι᾿ ἀλλουνοὺς ἀρχηγοὺς τῆς δυτικῆς Ἑλλάδος καὶ πῆρε συστατικὰ εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι γνωρίζαμε αὐτὸν καὶ τὸν ἐκάμαμε ἀντιπρόσωπόν μας. Οἱ Πελοποννήσιοι καὶ οἱ ἄλλοι ἄμαθοι καὶ ἄπραγοι εἰς τὰ πολιτικά, τότε αὐτός, πανοῦργος, ἡνώθη μὲ τοὺς ξεκλησμένους ἀνθρώπους κ᾿ ἔπαιξε τὴν πατρίδα ὅπως ἦταν ἡ ὄρεξίς του. Μαθητὴς τῶν Τούρκων καὶ κατεξοχὴν τοῦ τυράγνου Ἀλῆ πασσᾶ, τέτοια φῶτα σὰν ἐκείνου θὰ δόσῃ εἰς τὴν πατρίδα καὶ τέτοια ἔργα νὰ ἐνεργήσῃ.

Ὅταν κινδυνεύῃ ἡ πατρίς, αὐτὸς κατατρέχει τοὺς ἀξίους ἀνθρώπους, τοὺς κατατρέχει αὐτὸς καὶ οἱ φίλοι του, ὁποῦ ῾ναι Ἀργειοπαγίτες. Ὅτι ὁ Δυσσέας δὲν τὸν ἐγνώριζε ὡς πληρεξούσιον κι᾿ ὅποιον κεντρὶ τὸν ἀγκυλώσῃ – ἐκεῖνο τήραγε κι ὁ Κωλέττης νὰ ξεῤῥιζώσῃ, τοὺς ἄλλους τοὺς γέλαγε μὲ κούφια καρύδια – λόγια παχειὰ καὶ μὲ λιθάρια εἰς τὸν τουρβὰ τοὺς ἀνάπευε. Νὰ μὴν τοῦ κόψῃ τὸ βυζὶ τοῦ Κωλέττη ὁ Δυσσέας, θὰ τὸν φάγῃ κι᾿ ἂς κινδυνέψῃ καὶ ἡ πατρίς. Αὐτός τί τόν μέλλει;  Εἰς ἄλλον πασιᾶ γίνεται ἰατρός, γράφει καὶ τοῦ Κιτάγια νὰ εἶναι εἰς τὴν εὔνοιάν του. Ἀλοίμονο εἰς τὴν πατρίδα κ᾿ ἐμᾶς, ὁποῦ θὰ χαθοῦμε μαζὺ μ᾿ αὐτείνη.

Ἀφοῦ ἔμαθε ὁ κόσμος, ὅλοι οἱ κάτοικοι τῆς Λεβαδειᾶς κι᾿ ἀσκέρια, τὶ ἔγραψε ὁ Δυσσέας τ᾿ Ἀργειοπάγου καὶ τὴν ἀπάντησιν ὀπίσου εἰς τὸν Δυσσέα, πῆγαν ὅλοι καὶ τὸ ‘πεσαν εἰς τὸ λαιμό του, τὸ ἴδιον κι᾿ ὁ Ὑψηλάντης καὶ Νικήτας κι᾿ ἄλλοι, κ᾿ ἔμεινε. Τότε ὁ Ἀργειοπάγος μαθαίνοντας αὐτό, στέλνει ἕναν γραμματικόν του πιστὸν εἰς τὸν Νικήτα καὶ τοῦ λέγει νὰ σκοτώσῃ τὸν Δυσσέα ὁ Νικήτας καὶ νὰ βάλουν αὐτὸν ἀρχηγόν. Ὁ γραμματικὸς εἶχε κ᾿ ἕνα γράμμα ἀπὸ αὐτοὺς καὶ τοῦ εἶχαν εἰπῆ νὰ τὸ διαβάσῃ ὁ ἴδιος γραμματικός, (ὅτι δὲν ξέρει γράμματα ὁ Νικήτας). Ὅταν τὸ ἐδιάβασε καὶ τοῦ εἶπε καὶ στοματικῶς, τότε τοῦ λέγει ὁ Νικήτας: «Νὰ σὲ σκοτώσω δὲν καταδέχομαι, ἕναν τοιοῦτον ἄνθρωπον, καὶ φεῦγα νὰ μὴν σὲ μάθῃ ὁ Δυσσέας καὶ σὲ σκοτώσῃ καὶ μαγαρίσῃ τὰ χέρια του σὲ τέτοιους κακοὺς πατριῶτες, ὁποῦ κινδυνεύει ἡ πατρὶς καὶ θέλουν νὰ σκοτώσουν τοὺς ἀνθρώπους ὁποῦ εἶναι ἐλπίδα νὰ τὴν σώσουν». Ὁ γραμματικὸς εἶδε αὐτὴν τὴν συμπάθεια ἀπὸ τὸν Νικήτα καὶ τοῦ λέγει: «Κάτι νὰ σοῦ ξηγηθῶ, καὶ μὴν μὲ προδώσῃς, τοῦ λέγει: ἐμέναν μοῦ ‘λεγαν ὅτι ἐσεῖς ὅλοι εἶσθε θερία καὶ πίστευα τὰ λόγια αὐτεινῶν. Ἐσεῖς κι᾿ ὄντως θὰ σώσετε τὴν πατρίδα. Αὐτεινῶν, τοῦ λέγει, εἶμαι πιστός τους καὶ συγγενὴς ἑνοῦ ἀπὸ αὐτοὺς καὶ εἰς ὅ,τι ῾νεργάγη ἡ Διοίκησις κι᾿ ὁ Ἀργειοπάγος ἐμένα στέλνουν, καὶ τὰ σκέδιά τους κι᾿ ὅ,τι ῾νεργοῦν τὰ ξέρω ὅλα, κ᾿ εἶναι αὐτά, νὰ βαίνουν ἕναν τὸν ἄλλον νὰ σκοτώνῃ καὶ νὰ σᾶς σκοτώσουν ὅλους καὶ τότε νὰ βάλουν δικούς τους ἀνθρώπους. Καὶ δὲν θ᾿ ἀφίσουν, ἐὰν μπορέσουν, κανέναν ἀπὸ ἐσᾶς». Καὶ τοῦ λέγει ὅλα τους τὰ σκέδια κι ὁρκίζει αὐτὸν καὶ τὸν Δυσσέα νὰ μὴν εἰποῦμε τίποτις, ὅτι τὸν σκοτώνουν κι᾿ αὐτόν, ὅτ᾿ εἶναι τοιούτως ὡρκισμένοι. «Καὶ νὰ παραγείλετε αὐτό, τοὺς λέγει καὶ τοῦ Κολοκοτρώνη κι ὅλων τῶν σημαντικῶν ἀρχηγῶν». Τότε τοὺς τὰ εἶπε κι᾿ ὁ Ὑψηλάντης κ᾿ ἔστειλαν τὸ γράμμα τοῦ Κολοκοτρώνη καὶ μίλησαν καὶ τῶν ἀλλουνῶν καὶ πῆραν μέτρα.

Καὶ πότε θέλουν νά κάμουν αὐτά; Ὅταν ὁ Δράμαλης κι᾿ ἄλλοι πασσᾶδες μὲ τόσες χιλιάδες φοβερίζουν τὴν δυστυχισμένη πατρίδα καὶ κιντυνεύει. Ἄχ, πατρίδα μου, δὲν θὰ σ᾿ ἀφίσουν ζωντανή, ὅτι αὐτεῖνοι σὲ κυβερνοῦν κι᾿ ἄλλοι τοιοῦτοι κι᾿ ἀπ᾿ αὐτοὺς κρέμεσαι. Ἡ ψυχή τους ὁλουνῶν εἶναι ἡ ἴδια, δόλον θυσιάζουν διὰ ἐσέναν πλῆθος, κι᾿ ἀρετὴ καὶ πατριωτισμὸν τελείως. Καὶ κιντυνεύεις, μ᾿ αὐτὰ δὲν θὰ πᾶς ὀμπρός. Πότε γύρευαν νά σκοτώσουν τούς ὁπλαρχηγούς σου; Ὅταν ἐσύ, πατρίδα, εἶσαι εἰς τὸν γκρεμνὸ νὰ τζακιστῇς, νὰ χαθῇς. Καὶ βέβαια δὲν θὰ γλύτωνες τότε, ὅτι ἐκεῖνοι ὁποῦ εἶχαν τὴν ἐπηρογὴν θὰ τοὺς σκότωναν. Οἱ νέγοι τί θά ῾καναν, ὅταν σὲ κυρίεψε τόση Τουρκιά, Ῥούμελη καί Πελοπόννησο; Πῶς θά πάγαινε ὁ πολίτης μέ νέους ὁδηγούς, ὁποῦ δέν ἤξερε νά φυλάξῃ τήν πατρίδα, ὅταν τόν ὁδηγοῦσαν κεφαλές, κ᾿ ἐκεῖνος ἔτρεχε ὅθεν μποροῦσε κι᾿ ἄκουγε λόγια αὐτεινῶν καί  ὕστερα τά ἠσθάνετο καὶ πάγαινε καὶ συμμορφώνετο μέ τήν κεφαλήν του, τόν μεγαλύτερόν του, καί τόν ὁδηγοῦσε καὶ γλύτωνε κ᾿ ἐκεῖνος καὶ οἱ πολίτες.
Δὲν ἄφιναν οἱ καλοὶ πατριῶτες νὰ βγῇ ἡ πατρὶς ἀπὸ τὸν κίντυνον – καὶ ὕστερα ἂς βάλουν τὴν διάθεσίν τους εἰς ἐνέργειαν νὰ σκοτώσουν ὅλους. Ὅτι αὐτὸ εἶναι πατρογονικόν, ὅποιος δουλεύει πατριωτικῶς αὐτὸ τὸ βραβεῖο ἔχει. Καὶ οἱ Ἀθηναῖγοι τοῦ Θεμιστοκλέους αὐτείνη τὴν ἀνταμοιβὴ τὸ ῾καμαν, κι᾿ ἀλλουνῶν πολλῶν. Ὄχι ὅμως ὅταν ἦταν ἡ πατρὶς σὲ κίντυνον, ὅταν ἡσύχαζε.

Ἐβάλετε καὶ νέον ἀρχηγὸν εἰς τὸ φρούριον τῆς Κόρθος, Ἀχιλλέα τὸν ἔλεγαν, λογιώτατον, κι᾿ ἀκούγοντας τὸ ὄνομα Ἀχιλλέας, παντυχαίνετε ὅτ᾿ εἶναι ἐκεῖνος ὁ περίφημος Ἀχιλλέας. Καὶ πολέμαγε τ᾿ ὄνομα τοὺς Τούρκους. Δὲν πολεμάγει τ᾿ ὄνομα ποτέ, πολεμάγει ἡ ἀνδρεία, ὁ πατριωτισμός, ἡ ἀρετή. Κι᾿ ὁ Ἀχιλλέας ὁ δικός σας, ὁ φρούραρχος τῆς Κόρθος, λεβέντης ἦταν, Ἀχιλλέγα τὸν ἔλεγαν, εἶχε καὶ τὸ κάστρο ἐφοδιασμένο ἀπὸ τ᾿ ἀναγκαῖα τοῦ πολέμου, εἶχε καὶ τόσο στράτεμα. Ὅταν εἶδε τοὺς Τούρκους τοῦ Δράμαλη ἀπὸ μακρυά, καὶ ἦταν καὶ καταπολεμησμένος ἀπὸ Ῥούμελη, ἀπὸ Ντερβένια, βλέποντάς τον ὁ Ἀχιλλέας ἄφικε τὸ κάστρο κι ἔφυγε, ἀπολέμηστο. Νά ἦταν ὁ Νικήτας, ἔφευγε; Ὁ Χατζηχρῆστος καὶ οἱ ἄλλοι; Ὄχι βέβαια. Ὅτι τὸν καρτέρεσαν αὐτοὶ τὸν Δράμαλη εἰς τὸν κάμπο καὶ τὸν ἀφάνισαν, ὄχι εἰς ἐφοδιασμένο κάστρο καὶ σὰν τὸ κάστρο τῆς Κόρθος.

Σὰν σκοτώναμε τὸν Δυσσέα, κύριε Κωλέττη, τότε ὁποῦ ῾θελες ἡ Ἐκλαμπρότης σου, ὅταν ἦρθαν τόσοι πασσάδες καὶ δώδεκα χιλιάδες ἀσκέρι καὶ ἡ ἀνατολικὴ Ἑλλὰς μισοπροσκύνησε κι ὁ Δυσσέας μ᾿ ἕνα ντεσκερέ του τοὺς ἔδιωξε, ποιός θά τούς ἔδιωχνε, ἂν δέν ἦταν ὁ Δυσσέας; Ποιός εἶχε τήν ἐπηρογήν καί ἰκανότη αὐτεινοῦ; Δέν θά κυρίευαν ὅλα τά μέρη εἰς τὴν ἀχλίαν κατάστασιν ὁποῦ εὑρισκόμεθα; Λίγον σ᾿ ἔμελλε ἐσέναν καὶ τοὺς συντρόφους σου τοὺς ἀγάδες, ποὺ τοὺς ἔχετε ἀφεντάδες κ᾿ ἐσεῖς ψυχοπαίδια τους, δὲν θὰ παθαίνετε ἐσεῖς τίποτα. Ὅμως ἀπὸ τὴν Ἀθήνα κι᾿ ἀπάνου θὰ τοὺς σκλάβωναν ὅλους, θὰ σκλάβωναν καὶ τὸ Γριπονῆσι, γιατ᾿ ἦταν ἐκεῖ κι᾿ ἄλλο πλῆθος Τοῦρκοι κι ἐπρόσμεναν κι᾿ αὐτοὺς ν᾿ ἀφανίσουν τοὺς κατοίκους, καὶ μ᾿ ἕναν ντεσκερὲ τοῦ Δυσσέως πῆγαν εἰς τὸ Ζιτοῦνι καὶ τὴν Λάρσα καὶ διαλύθηκαν ὅλως διόλου.

Ὁ Ἐκλαμπρότατος Μαυροκορδᾶτος ἦταν σύμφωνος κι᾿ αὐτός, ὁ Φαναριώτης, εἰς τὸ σχέδιον νὰ ξεκάμουν τοὺς στρατιωτικούς. Τὸ ῾βαλε καὶ αὐτὸς εἰς ἐνέργεια εὐθύς, ἅμα ἦρθε εἰς τὸ Μισολόγγι, χωρὶς νὰ χάσῃ καιρόν. Ηὖρε πρόφασις ἡ Ἐκλαμπρότης του εἰς τὸ Μισολόγγι, ὅτι ὁ Καραϊσκάκης ἀγροικήθη μὲ τοὺς Τούρκους. Ἔβαλε ἀνθρώπους δικούς του, τοὺς ἔκαμε κριτὰς νὰ τὸν περάσουν ἀπὸ τὸ κανάλι τῆς δικαιοσύνης του, νὰ τὸν σκοτώσουν. Τὸν ἔρκιναν καὶ τὸν εἶχαν χαζίρι, κι ἐὰν δὲν τὸν ἐγλύτωναν οἱ σύντροφοί του, θὰ τὸν ἐσκότωναν.

Ἀκοῦτε, ἐσεῖς; Ὁ Καραϊσκάκης, ἀπὸ δέκα χρονῶν παιδὶ κλέφτης, θὰ γύριζε μὲ τοὺς Τούρκους, ὁποῦ τοὺς ἐσκότωνε μέσα τοὺς λόγγους καὶ περπάταγε ξυπόλυτος ἀπὸ μικρὸ παιδὶ διὰ τὴν λευτεριά. Ὁ Ἐκλαμπρότατος, τὸ ζυμάρι τῶν Τούρκων, ὁ δουλευτὴς αὐτείνων, τῶν Τούρκων, ὁ Μαυροκορδᾶτος, ὁ ἀγαπημένος τῶν τυράγνων, κατέτρεχε τὸν Καραϊσκάκη νὰ τὸν καταδικάσῃ εἰς θάνατον! Χαζίρι τ᾿ ἀργαλεῖα τῆς δικαιοσύνης του καὶ τῆς ἀρετῆς του νὰ τὸν πᾶνε εἰς τὸν Ἅδη, ἀφοῦ ἐγλύτωσε ἀπὸ τόσες πληγὲς καὶ δυστυχίες, ὁποῦ ὑπέφερε δι᾿ αὐτείνη τὴν πατρίδα.

Σκότωμα τὸν Καραϊσκάκη, ὅτι δὲν εἶναι κόλακας του Μαυροκορδάτου, δὲν εἶναι ποταπὸς καθὼς ἐκεῖνοι ὁποῦ τὸν κολακεύουν. Ἡ γυναίκα μὲ τὰ μουστάκια, ὁ Κωσταμπότζαρης, ὁ Στάικος καὶ οἱ ἄλλοι του ὅμοιοι, ὁποῦ τὸν θυμιατίζουν καὶ τοὺς θυμιατίζει, τὸν λὲν «Ἐκλαμπρότατον» καὶ τοὺς λέγει «γενναιῳτάτους». Ποῦ ἠγωνίσθησαν αὐτεῖνοι, οἱ φίλοι σου οἱ Γενναιότατοι; Ἐσύ, Ἐκλαμπρότατε, ἀπὸ τὸν καιρὸν ὁποῦ ἐκόπιασες ὅλο νέα πράματα ἤφερες εἰς τὴν πατρίδα, διαίρεσιν ἀναμεταξύ μας δὲν εἴχαμε, φατρίαν μας ἤφερες, νέον φροῦτο εἰς ἐμᾶς τοὺς Ἕλληνες, παραλυσίαν κι᾿ ἀφανισμόν. Ἂν ἐπιτύχαινες νὰ σκοτώσῃς τὸν Καραϊσκάκη, ποῦ θά τόν εὑρίσκαμε ὅταν ἡ Ῥούμελη γιόμωσε Τουρκιά καί ἐπροσκύνησαν ὅλοι ἀπό τήν καλή σας κυβέρνησιν κι᾿ ἀρετή, ὁποῦ δείξετε εἰς τὴν πατρίδα ὅλοι ἐσεῖς οἱ πολιτικοί; Αὐτὸς ὁ Τοῦρκος, ὁ Καραϊσκάκης, ἐσύναξε ὅλους τοὺς ὁπλαρχηγοὺς καὶ πῆγε μαζὺ μ᾿ αὐτοὺς μὲ τὰ ἴδια τους ἔξοδα καὶ θυσίες, κι ἔχοντας ὅλην τὴν ἀγάπη εἰς αὐτόν, ἐπῆγαν καὶ ξαναλευτέρωσαν τὴν πατρίδα καὶ εἰς τὴν Ἀράχωβα καὶ Δίστομον ἔστησαν πύργους μὲ κεφάλια τῶν Τούρκων. Πῶς δέν πάγαινες κι ἐσύ, Ἐκλαμπρότατε, πῶς δέν πάγαινε ὁ ἄλλος Ἐκλαμπρότατος, ὁ «τζίτζιλε φίτζιλε» συναδελφός σου Κωλέττης; Πῶς δέν πάγαινε ὁ Ἐκλαμπρότατος Μεταξᾶς, ὁ Κόντε Λάλας ὁποῦ αἱμάτωσε τὸ χέρι του εἰς τόν Λάλλα καί θέλει ὅλην τήν Ἑλλάδα νά πάρῃ ὑποστατικόν, νὰ ξαγορασθῇ τό πολυτίμητό του αἷμα ὁποῦ ῾χυσε εἰς τόν Λάλλα; Βέβαια αὐτὸς ἐθυσιάσθη, ὁ Κόντε Λάλλας, ὁ Ἐκλαμπρότατος. Καὶ συνφωνεῖτε ὅλοι ἐσεῖς νὰ σκοτώσετε τοὺς ὁπλαρχηγοὺς καὶ σημαντικοὺς στρατιωτικούς, ὁποῦ ἐθυσιάσθησαν διὰ τὴν πατρίδα καὶ τὸ ῾βρετε σεῖς χαζίρι. Ὁ Γιαννούλης Νᾶκος, Κόντε Λάλλα, τί σπίτι ἦταν; Σημαντικόν, μὲ τόση κατάστασιν κι᾿ ὅλα του τ᾿ ἀγαθὰ καὶ τζιφτιλίκια. Κι ἔμεινε δυστυχὴς διὰ τὴν πατρίδα. Κι ὡς γείτονας ἐσύ, Κόντε Λάλλα, καὶ ὡς σημαντικός, σ᾿ ἔκαμε κουμπάρον καὶ τοῦ ἐβάπτισες τόσα παιδιά. Καὶ τοῦ διετίμησες τὴν φαμελιά του, ὅσο ὁποῦ τὸν ἐπέθανες κι᾿ αὐτόν, τὸν τίμιον ἄνθρωπον, τὸ σημαντικὸν σπίτι τῆς Ῥούμελης….

…Μαθαίνομεν ὅτι, ἀφοῦ πῆγαν πίσου ζωντανοὶ ὁ Ἀλέξη Νοῦτζος κι᾿ ὁ Παλάσκας, ὁ Κωλέττης παρακινάγει καὶ τ᾿ ἄλλα τὰ μέλη τῆς Διοικήσεως καὶ τοὺς στέλνουν πάλε ἀναντίον τοῦ Δυσσέως. Πῆγαν εἰς τὸ Δίστομον, ἦσαν ἀνθρῶποι τοῦ Δυσσέως ἐκεῖ, τοὺς ἔδιωξαν. Ἦσαν καὶ Λεβαδεῖτες μὲ τὸ πνέμα αὐτεινῶν καὶ σύντροφοι τοῦ Κωλέττη. Πηγαίνουν καὶ εἰς ἄλλα χωριά. Στέλνει ὁ Δυσσέας ν᾿ ἀνταμωθοῦν καὶ πῆγαν εἰς τὴν Δρακοσπηλιά. Μαζώνει ὁ Δυσσέας τοὺς κατοίκους ὅλους καὶ τ᾿ ἀσκέρι του. Τοὺς λέγει ὁ Δυσσέας: «Διαβᾶστε ἀδελφοί, τὰ γράμματα (τὰ διάβασαν παρουσίᾳ). Ἀδελφοί, τοὺς λέγει, ὁ Ἄργειος Πάγος καὶ ἡ Κυβέρνησίς σας εἶναι γνωστὸ ὅτι μὲ κατέτρεχαν καὶ μὲ κατατρέχουν. Ὅταν ἤμαστε εἰς τὴν Ἁγιαμαρίνα, ἐξ αἰτίας δικῆς μου, διὰ νὰ χαθῶ ἐγώ, ἀπεφάσισαν νὰ χαθῇ καὶ τόσο ἀσκέρι. Διὰ νὰ μὴν πάθῃ ἡ πατρὶς διὰ ἐμέναν ἔστειλα τὴν παραίτησή μου καὶ μὲ βαστήσετε ἐσεῖς ὅλοι στανικῶς. Τώρα ἡ Κυβέρνησις στέλνει ἀρχηγοὺς τὴν ἀφεντειά τους τὸν κύριον Ἀλέξη καὶ τὸν καπετὰν Παλάσκα. Ἡ ἀφεντειά σας – εἶναι εἰς τὸ χέρι σας: Ἂν θέλετε αὐτούς, σκοτῶστε ἐμένα, ἂν θέλετε ἐμέναν, σκοτῶστε αὐτούς». Τοὺς πιάσαν καὶ τοὺς ἐσκότωσαν. Καὶ γλύτωσε ἀπὸ τοὺς δυὸ κατὰ ὥρας ὁ Κωλέττης….

…Μοῦ λέγει ὁ Γκούρας: «Ἡ Διοίκησις θέλει νὰ μὲ κάμῃ χιλίαρχον κι᾿ ἀρχηγὸν τῆς Λεβαδειᾶς εἰς τὸ ποδάρι τοῦ Δυσσεως, φθάνει νὰ σκοτώσω τὸν Δυσσέα. Καὶ εἶναι εἰς τὸν Ἅγιον Λουκᾶ ὁ Δυσσέας κλεισμένος καὶ εἰς τὴν Ἀράχωβα εἶναι ὁ Λάππας ὁ Λεβαδείτης, ὁ Τριανταφυλλίνας κι᾿ ἄλλοι Λεβαδεῖτες καὶ χωργιάτες, ὡς χίλιοι ἄνθρωποι θὰ μαζωχθοῦν, καὶ νὰ πᾶμε κι ἐμεῖς νὰ τοὺς πάρωμεν νὰ πᾶμε νὰ τὸν βαρέσουμε. Καὶ τὸ εἴχαμε μυστικὸ ἀπὸ ἐσέναν νὰ μή μας κάμῃς ἀντενέργειαν καὶ δὲν θελήσῃς νὰ μᾶς ἀκολουθήσῃς». Τοὺς εἶπα: «Ἐγὼ εἶμαι μικρὸς ἄνθρωπος ὀμπρὸς στοὺς δυὸ ἐσᾶς, οὔτε τὸ καλό μου ὠφελεῖ, οὔτε τὸ κακό μου ζημιώνει. Ἄν μου τὸ λέτε νὰ πᾶμε νὰ τὸ κάμωμεν, νὰ πᾶμε, ἂν εἶναι νὰ δόκω καὶ γνώμη καὶ δὲν σᾶς βαρύνῃ, νὰ δόκω, ἂν ἔχω τὴν ἄδειά σας». Μοῦ λὲν καὶ οἱ δυό: «Ἔχεις γνώμη, ὅτ᾿ εἶσαι ἀδελφός μας καὶ τὰ καλά, εἶσαι σύντροφος καὶ εἰς τὰ κακά. – Ἂν εἶμαι σύντροφος λοιπόν, θὰ δόκω τὴν ταπεινή μου γνώμη, ἔχω δικαίωμα. Ἂν πάρῃς ἐσύ,, Γκούρα, τὴν ἀρχηγία τῆς Λεβαδειᾶς, ἔχω κ᾿ ἐγὼ τὸ μερίδιόν μου ἢ ὄχι; – Πρῶτος εἲμ᾿ ἐγώ, λέγει ὁ Γκούρας, δεύτερος ὁ Κομνᾶς κι ἐσύ. – Ὁ σύντροφος ὁ τίμιος πότε εἶναι τίμιος; Ὅταν λέγῃ τὴν ἀλήθεια τοῦ φίλου του κι᾿ ἂς χάνῃ τὸ νιτερέσιόν του, ἢ ὅταν πράγῃ τὸ νιτερέσιον κι᾿ ἂς χαθῇ ὁ φίλος του κι᾿ ἂς διατιμηθῇ κι ἂς κιντυνεύσῃ; – Ὄχι, λέγει ὁ Γκούρας, ὁ πιστὸς σύντροφος πρέπει νὰ λέγῃ τὴν ἀλήθεια κι᾿ ὅ,τι θὰ τοῦ συβοῦν ὕστερα ἂς τοῦ συβοῦν. – Ἢ καϋμένη ἡ πατρίδα ἁμαρτίες ὁποῦ ῾χε καὶ γύρευε νὰ τὴν λευτερώσουμε ἐμεῖς οἱ ἀνθρωποφάγοι, πολιτικοὶ καὶ στρατιωτικοί! Κι ἔχομεν ἀρετὴ νὰ λευυερώσωμεν πατρίδα ἐμεῖς κι αὐτεῖνοι ὁποῦ μᾶς κυβερνοῦν; Τώρα ἔβαλαν τὸν Δυσσέα κι ἐσκότωσε τὸν Ἀλέξη Νοῦτζο, τὸν σεβάσμιον ἄρχοντα. Πόσο ψυχώνει ἡ Τουρκιὰ μ᾿ αὐτό, πόσο ἀδυνατίζομεν ἐμεῖς! Τὸ ἴδιον καὶ τὸν Παλάσκα. Δὲν εἶναι ἀληθινὸ ὁποῦ τὸν ἔβαλαν, τὸν Δυσσέα, αὐτεῖνοι καί τούς ἐσκότωσε; Τοὺς ἔστειλαν δυὸ ξένους μέσα εἰς τὸ σπίτι του, εἰς τὸν τόπον του τὸν πατρικόν, καὶ τὸν ἐφορτώθηκαν αὐτὸν καὶ τοὺς ἀνθρώπους του. Ποιόν ἄλλον καπετάνιον ἐπείραξαν; Τὸν Πανουργιά, τὸν Καλτζοδῆμο, ἄλλον κανέναν; Μόνον τὸν Δυσσέα. Καὶ σὰν σκοτώσουν αὐτόν, ὕστερα ἐσᾶς, κι ἐμᾶς μᾶς σκοτώνουν μὲ τὰ πράσα, ὄχι μὲ ντουφέκια καὶ σπαθιά. Τί ἔκαμε ὁ Δυσσέας; Ὅτι πῆγε νὰ σκοτώσῃ Τούρκους ἤθελαν νὰ χάσουν αὐτὸν κι᾿ ὅλο του τὸ στράτεμα. Τί νά ἔκανε; Γύρεψε νὰ παρατηθῇ, τὸν ἐβάσταξαν οἱ κάτοικοι καὶ τ᾿ ἀσκέρι. Ἦλθαν αὐτεῖνοι, τοὺς ἐσκότωσε. Κακὸ εἶναι μεγάλο. Τώρα βαίνουν ἐσέναν νὰ σκοτώσῃς τὸν Δυσσέα, αὔριον θὰ βάνουν ἐμέναν, σκοτώνω ἐσέναν. Καὶ νὰ τὸ καρτερῇς! Κ᾿ ἔτζι θὰ μᾶς φᾶν ὅλους. Λές νά πᾶμε νά βαρέσουμε τόν Δυσσέα; Ἄμ, ἐκεῖνος εἶναι ἀδύνατος, ὁποῦ ῾χει τόσους ἀνθρώπους καί βαστᾶ θέσιν δυνατή; Νά πιάσουμε τό ντουφέκι, οὔτε ἐκεῖνος θὰ κάμῃ τίποτα ἐμᾶς, οὔτε ἐμεῖς ἐκείνου. Θὰ μποῦν μονάχα οἱ Τοῦρκοι μέσα καὶ θὰ κυργέψουν τὴν πατρίδα κι ἐμεῖς θὰ πολεμοῦμε, καὶ θὰ μᾶς πιάσουν οἱ κάτοικοι νὰ μᾶς δόκουν τῶν Τούρκων νὰ μᾶς κόψουν τὸ κεφάλι. Κι ὁ Λάππας κι  ὁ Μῆτρο Τρανταφυλλίνας οἱ Λεβαδεῖτες, ὁποῦ ῾ναι ἀναντίον τοῦ Δυσσέως εἰς τὴν Ἀράχωβα, προσκυνοῦν τοὺς Τούρκους καὶ ἡσυχάζουν, καὶ θὰ μᾶς πιάσουν κι ἐμᾶς νὰ μᾶς δόκουν εἰς τῶν Τούρκων. Ἢ ὁ Δυσσέας, ἂν τὸν στενέψωμεν, πάηῃ μὲ τοὺς Τούρκους. Καρτερᾶτε τότε λευτεριὰ τῆς πατρίδος, καὶ νὰ μείνωμεν καὶ ζωντανοί. Κλαίγει ὁ Κωλέττης καὶ οἱ ἄλλοι κυβερνῆται μας τὸν χαμὸν τοῦ Ἀλέξη καὶ Παλάσκα σὰν τὴν φώκια, ὁποῦ κλαίγει τὸν πνιμένον ὅσο ὁποῦ σαπίζει, καὶ κάθεται καὶ τὸν τρώγει. Ἔτζι θὰ φᾶν κι ἐμᾶς τοὺς δυστυχεῖς. Σὲ συβουλεύω, ἀδελφὲ Γκούρα, νὰ πᾶς ν᾿ ἀνταμωθῇς μὲ τὸν Δυσσέα καὶ ν᾿ ἀδελφωθῇς καὶ νὰ πᾶμε εἰς τὰ πόστα μας, ὅτι θὰ μποῦν οἱ Τοῦρκοι ἀντουφέκιστοι καὶ θὰ δόκουμε λόγον δι᾿ αὐτὸ εἰς τὸν Θεὸν καὶ εἰς τοὺς ἀνθρώπους. Κι᾿ ὅταν ὑπάρξῃ ἡ πατρίς, δὲν σοῦ χρειάζονται ἀρματωλίκια, παίρνεις τὶς τιμὲς τῆς πατρίδος, βαθμοὺς καὶ δόξες, καθὼς γίνεται καὶ εἰς τὰ ἄλλα τὰ ἔθνη, ὁποῦ τιμοῦν καὶ δοξάζουν τοὺς ἀξίους καὶ τιμίους ἀξιωματικούς τους. Κι᾿ αὐτὰ τὰ καπεντανλίκια ἦσαν κλέφτικα πράματα, ὅταν ἦσαν οἱ Τοῦρκοι εἰς τὴν πατρίδα μας ἀφεντάδες. Ἐμεῖς ὅμως παιδευόμαστε διὰ λευτεριὰ καὶ δι᾿ αὐτό μας κερνοῦν ὁλόρθοι οἱ κάτοικοι κι ἔχουν τὶς ἐλπίδες τους εἰς ἐμᾶς, καὶ μᾶς πλερώνουν καὶ μᾶς ταγίζουν καὶ τοὺς βάνομεν ὀμπρὸς εἰς τὸν πόλεμον καὶ σκοτώνονται αὐτεῖνοι καὶ δοξαζόμαστε ἐμεῖς»….

Ὅλα γιὰ τὴν πάρτη τους, γιὰ τὴν βολή τους, γιὰ τὴν ἁρπακτή τους.
Στοὺς πραγματικοὺς ὑπερασπιστὲς τῆς Ἐλευθερίας ἀπέμεινε πείνα, διώξεις καὶ …θάνατος!!!

Ἐσυμβουλευθήκαμε νὰ κάμομε κυβέρνησιν, ἐφιλονικήσαμε κάμποσο, ποῦ νὰ γενῇ ἡ συνέλευσις. Τέτε ἔκαμαν τὰ στρατεύματα ὁποὺ ἦταν ἐκεῖ μίαν ἀναφορά, καὶ μοῦ ἐζητοῦσαν νὰ τοὺς δόσω τὴν ἄδεια νὰ σκοτώσουν τοὺς προύχοντας. Κάποιος τοὺς εἶχε ἐρεθίσει λέγοντάς τους, ὅτι δὲν θέλουν νὰ κάμουν συνέλευσιν, καὶ ἔτζι γελοῦν τὸν κόσμο. Ἐσηκώθηκα τὸ μεσημέρι καὶ ἐπῆγα καὶ τοὺς εἶπα: «Τί κάμνετε αὐτοῦ; Κάμετε τὸν ὅρκο, διότι τοῦτο ἔχουν νὰ σᾶς κάμουν, καὶ ἔπειτα πηγαίνετε εἰς ἕνα μέρος διὰ νὰ ἀρχίσετε τὴν συνέλευσιν». Τοὺς ἐπῆρα εἰς τὴν ἐκκλησίαν τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου, ἔκαμαν τὸν ὅρκον, καὶ ἔτζι ἔπαυσε αὐτὸς ὁ χόχλος τοῦ λαοῦ. – Ὁ λαὸς εἶχε πάντοτε σκοπὸ νὰ σκοτώσῃ τοὺς ἄρχοντας καὶ μὲ κάθε παραμικρὰ αἰτία ἐρεθίζοντο. Ἔτζι οἱ πολιτικοὶ ἐπῆγαν εἰς τὴν Πιάδα (Ἐπίδαυρον)  καὶ ἀρχίνησαν νὰ κάμουν τοὺς νόμους, καὶ οἱ στρατιωτικοὶ ἐπήγαμεν εἰς τὴν Κόρινθον….

…Ὁ Π. Γιατράκος ἐπῆρε τὸν Κιαμήλμπεη καὶ 20 ζορμπάδες Λεονταρίτες καὶ Τριπολιτζῶτες. Ὁ Ὑψηλάντης, ὁ Ἀναγνωσταρᾶς, ἦτον ὅλοι ἐκεῖ, καὶ ὁ Γιατράκος μὲ τοὺς Τούρκους ἐπῆγε εἰς τὰ Ἑξαμίλια, καὶ τὰ ἄλλα στρατεύματα ἐπῆγαν μέσα εἰς τὴν χώραν εἰς τὴν Κόρινθο καὶ ἐπολιορκοῦσαν τὸ κάστρο. Μίαν ἡμέρα σηκώθηκα καὶ ἐπῆγα εἰς τὰ Ἑξαμίλια καὶ ηὕρηκα τὸν Κιαμήλμπεη, διὰ νὰ γράψῃ ἕνα γράμμα εἰς τὸν ἐπίτροπόν του καὶ εἰς τὴν γυναῖκα του νὰ παραδόσῃ τὸ κάστρο. Ἢ ἐκεῖνος δὲν ἔγραφε καθὼς ἔπρεπε, ἢ ἐκεῖνοι δὲν τὸν ἤκουσαν, δὲν ἐπαρέδωσαν τὸ κάστρο. Ἐγὼ τοῦ ἔκαμα χιλίους φόβους, πλὴν ἐστάθη ἀδύνατο. Εἰς τὴν Κόρινθο ἐσκότωσε τὸ στράτευμα 20 Τούρκους. Ἦτον μερικοὶ Λαλαῖοι μέσα καὶ Ἀρβανίτες, καὶ ἔβαλα τὸν Καραχάλιο καὶ τοὺς ᾠμίλησε μιὰ καὶ δυὸ διὰ νὰ παραδοθοῦν, καὶ ἐκεῖνοι τοῦ ἔλεγαν σήμερον καὶ αὔριο, καὶ ἐπέρασαν 20 ἡμέρες, διατὶ ἐκαρτέρευαν μεντάτι ἀπὸ τὸν Ὀμὲρ Βρυώνη, ὁποὺ ἦτον εἰς τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδα. Ἐπήγαιναν ἀπὸ τοὺς Κορινθινοὺς καὶ τοὺς ἔλεγαν «Μὴν παραδίδεσθε εἰς τὸν Κολοκοτρώνη, διατὶ σᾶς ἔρχεται μεντάτι», καὶ ὁ σκοπός τους ἦτον νὰ φύγωμεν ἡμεῖς, καὶ τότε νὰ μείνουν μοναχοὶ νὰ πάρουν τὰ λάφυρα, καὶ ὁ φθόνος ἦτον ἀκόμη. Μετὰ 20 ἡμέρας ἔστειλα τὸν Καραχάλιο καὶ ἐμίλησε καὶ ἦλθον δύο εἰς τὸ κονάκι μου, καὶ τοὺς ᾠμίλησα νὰ ἐβγοῦν ἐκεῖνοι, καὶ ἂς μείνουν οἱ ἄλλοι Τοῦρκοι. Καὶ αὐτὸ ἦτον διὰ νὰ κάμω ἀρχήν, καὶ ἔτζι ἐπῆραν τὰ ἅρματά τους 16 καὶ ἦλθαν εἰς τὸ σπίτι, καὶ τοὺς ἔβαλα εἰς τὸ ὀρδί μου. Ἐτραττάραμε καὶ ἔστειλαν, περάσοντας 5 – 6 ἡμέρες, ἕνα Λαλαῖο, καὶ ἔκραξαν τὸν κεχαγιὰ τοῦ Κιαμήλμπεη καὶ τὸν κατὴ καὶ ἄλλους δύο ἀξιωματικοὺς Τούρκους, δὲν ἐνθυμοῦμαι τὰ ὀνόματά τους. Ἐβγῆκαν καὶ ὁμιλήσαμεν, τοὺς εἶπα νὰ παραδόσουν τὸ κάστρο καὶ τὰ ἄρματά τους, καὶ νὰ πάρουν δύο φορεσιὲς (σκουτιά), καὶ νὰ τοὺς βαρκάρουμε, νὰ τοὺς περάσομε εἰς τὴν Ρούμελη, ἄλλοι εἰς τὸ Γαλαξίδι καὶ ἄλλοι κατὰ τὰ Σάλωνα, καὶ μ᾿ ἀποκρίθησαν ὅτι: «Νὰ πᾶμε ἀπάνω νὰ εἰποῦμε καὶ τῶν ἄλλων καὶ σᾶς στέλνουμε ἀπόκρισιν». Τὴν ἄλλην ἡμέρα μᾶς ᾠμίλησαν πάλι νὰ κουβεντιάσομεν μὲ αὐτούς. Ἐκινήσαμε νὰ πᾶμε, καὶ τὸ στράτευμα, ἀπὸ τὴν ἀταξίαν του, ἐκίνησε ὅλο σιμά. Βλέποντας τὴν ἀταξίαν αὐτὴν ἐπείσμωσα καὶ δὲν ἠθέλησα κάποιον κοντά μου. καβάλλικα καὶ ἐπῆρα τὸν καπετὰν Ἀναγνώστη Πετιμεζᾶ μοναχόν, καὶ ἐκίνησα ἐπῆγα κοντὰ εἰς τὸ Κάστρο εἰς κάτι τουρκομνήματα, καὶ εἶπα: «Οἱ ἀρχηγοὶ νὰ γίνουν 30 νομάτοι, νὰ ἔλθουν κοντά μου», καὶ ἔτζι τοὺς ἔστειλα. Πηγαινάμενος ἐκεῖ, ὁποὺ εἴμεθα οἱ δύο, ὁμίλησα διὰ νὰ κατεβοῦν ἀπὸ τὸ Κάστρο νὰ τοὺς εἰπῶ, διατὶ οἱ Τοῦρκοι ἔστρεξαν καὶ τὴν συνθήκη ὁποὺ τοὺς εἶχα κάμη τὲς περασμένες ἡμέρες. Ἐκατέβηκαν οἱ 4 καὶ ἐκάτζαμεν ἀντάμα. Τότε ἔστειλα εἰς τὸν κατὴ (σὰν τοὺς ἔβαλα εἰς τὸ χέρι ἐτούτους) μὲ τοὺς 30 ἀνθρώπους μέσα εἰς τὸ Κάστρο διὰ νὰ παραδόσουν τὰ ἄρματά τους ὅλοι οἱ Τοῦρκοι καὶ νὰ τὰ βάλουν εἰς ἕνα σπίτι. Ὁ κατὴς ἔκαμε λόγον καὶ τοὺς ᾤρκωσε εἰς τὴν πίστιν τους νὰ μὴν κρύψουν κάποιο ἄρμα, ἀλλὰ νὰ τὰ δόκουν ὅλα. Καὶ ἔτζι ἐξαρματώθησαν ὅλοι καὶ τὰ ἔβαλαν εἰς ἕνα σπίτι. Στὴν συνέλευσιν, ἀφοῦ ἤκουσαν, ὅτι ζητοῦν νὰ παραδοθοῦν οἱ Τοῦρκοι, ἐστείλαμε νὰ ἔλθουν καὶ 5 – 6 πολιτικοί, νὰ ἔλθουν νὰ παρασταθοῦν εἰς τὰ λάφυρα, καὶ νὰ βγάλομεν καὶ τοῦ Ἔθνους. Αὐτοὶ ἦσαν ὁ Σωτὴρ Νοταρᾶς, ὁ Κορίνθου καὶ ἄλλοι, ἦτον καὶ ὁ Πρωτοσύγκελος τῆς Ἀρκαδίας ἐκεῖ, ὁποὺ εἶχε ἔλθῃ ἐκεῖ ἀπεσταλμένος ἀπὸ τὴν συνέλευσιν διὰ νὰ ὑπογράψομεν τοὺς νόμους, καὶ ἐγὼ δὲν ἤθελα, ἐξ αἰτίας ὁποὺ ἦτον ἕνα κεφάλαιο ὁποὺ ἔλεγε ὅτι: τὸ Ἐκτελεστικὸ νὰ τελειώνῃ μίαν ὑπόθεσιν καί, ἔπειτα ἀπὸ ἕξι ἡμέρες, νὰ δίδουν τὴν εἴδηση εἰς τὸ Βουλευτικό. Ὅλοι τὸ ὑπέγραψαν ἔξω ἀπὸ ἐγώ. Τότε ἐπῆγαν πίσω, ἔκαμαν ἐξαίρεση (παράρτημα) ἀπὸ ἐτοῦτο τὸ κεφάλαιο καὶ ἔτζι ὑπέγραψα. Σὰν ἔβαλα τοὺς 30 ἀνθρώπους μέσα καὶ ἐξαρμάτωσαν τοὺς Τούρκους, μοῦ ᾠμίλησαν, ὅτι τὰ ἔκαμαν ὅλα. Τότε ἔδωκα εἴδησιν εἰς τοὺς ἀπεσταλμένους τῆς συνελεύσεως καὶ ἐπῆρα 300 ἀπὸ τὰ διάφορα σώματα, καὶ ἐπῆγα εἰς τὴν πόρτα, καὶ ἐσταύρωσα μὲ μίαν σημαία Ἑλληνικὴ τὴν πόρτα καὶ ἔπειτα τοὺς ἔμβασα μέσα καὶ ἔβαλα αὐτὴν τὴν σημαία ἀπάνου εἰς τὸ Κάστρο. Τὰ στρατεύματα καὶ ἐγὼ ἐκατεβήκαμεν εἰς τὴν χώρα, εἴμεθα 6.000, οἱ Τοῦρκοι ἦσαν 300: εἰς τὰ μέσα τοῦ Δεκεμβρίου.

Αἱ ἐπαρχίες ἑτοίμαζον τοὺς Πληρεξουσίους διὰ τὴν Βʹ Συνέλευσιν. Τοὺς ἔγραφα νὰ ἔλθουν νὰ γίνῃ ἡ Συνέλευσις εἰς τὸ Ναύπλιον. Τὸ κόμμα τῶν ἀρχόντων δὲν ἤθελε νὰ ἔλθῃ ἐκεῖ, πρῶτον διότι ἦτον φρούριον καί, δεύτερο, διότι τὸ εἶχα ἐγώ. Ἄφησα τὸν Κολιόπουλο φρούραρχο καὶ ἐπέρασα εἰς τὴν Τριπολιτζά, ἀντάμωσα τὴν Γερουσία καὶ τὸν Μαυρομιχάλη, ἐκάμαμε συμφωνία διὰ νὰ βαστάξομε εἰς τὴν Συνέλευσιν τὴν Γερουσία καὶ νὰ μείνῃ ἡ Ἀρχιστρατηγία, ὁρκωθήκαμε διὰ νὰ βαστάξωμεν τὴν σειράν. Τέλος πάντων ἀπεφασίσθη εἰς τὸ Ἄστρος νὰ γίνῃ ἡ Συνέλευσις. Ἐσυνάχθησαν μέρος. Ἐκεῖ ἔγραψαν εἰς τὸν Μαυρομιχάλη, τάζοντές του νὰ τὸν κάμουν πρόεδρον νὰ ὑπάγῃ ἐκεῖ. Ὁ Μαυρομιχάλης ἐλησμόνησε τοὺς ὅρκους μας καὶ ἐπῆγε, τόσον καὶ ὁ Παπα – Φλέσσας καὶ λοιποί. Ἐσηκώθηκα καὶ ἐγὼ καὶ ἐπῆγα εἰς τὸ Ἄστρος. Ἐκεῖ εἴμεθα χωρισμένοι φανερὰ δυὸ κόμματα, τὸ ἕνα ἐλέγετο τῶν Προεστῶν καὶ τὸ ἄλλο τοῦ Κολοκοτρώνη. Τῶν προεστῶν ἦτον οἱ περισσότεροι, ἦτον 150 Πληρεξούσιοι καὶ 6.000 στρατιῶτες (Ἀπρίλιος 1823). Ἐγὼ εἶχα τὸν Ὀδυσσέα, τὸν Μούρτζινο καὶ ἄλλους 40 Πληρεξουσίους μὲ 800. Αὐτοὶ ἔφεραν στρατιώτας γιὰ νὰ ὑποστηρίξουν τὴν γνώμην τους μὲ τὴν δύναμιν καὶ ἐγὼ μὲ τὴν δύναμιν ἐγύρευα νὰ τοὺς ἀνατρέψω τὴν γνώμην. Ἐμεῖς ἐκαθήμεθα εἰς τὰ Μελεγίτικα κονάκια καὶ ἐκεῖνοι εἰς τὰ Ἁγιαννίτικα, μία τουφεκιὰ μακρυά. Ἐκεῖνοι ἔκαμναν συνεδρίασιν καὶ ἡμεῖς δὲν ἐπηγέναμε. Αὐτοὶ ἤθελαν καὶ ἐψήφισαν νὰ γίνουν 50 στρατηγοὶ καὶ 150 βουλευταί. Αὐτὴ ἡ πολυαρχία δὲν μὲ ἄρεζε ἐμέναν διατὶ ὁ πολὺς ἀριθμὸς ἤθελε μᾶς χάσῃ, καθὼς καὶ μᾶς ἔχασε. Ἐψήφισαν τόσους στρατηγούς, διατὶ ἐνόμισαν νὰ γκρεμίσουν μὲ ἐτοῦτο τὴν ἐπιῤῤοὴ τὴν ἐδικήν μου. Ἐψήφισαν νὰ ἐκποιήσουν τὴν γῆν, μὲ σκοπὸν νὰ βγάλουν ὅ,τι εἶχαν ἐξοδεύση, ὅσα ἤθελαν, καὶ νὰ ἀποζημιωθοῦν εἰς γῆν καὶ νὰ ἀφήσουν τὸν λαὸν γυμνὸν καὶ ἀπ᾿ αὐτὴν τὴν ἐλπίδα τῆς γῆς. Τότε ὁ λαὸς ἐγύρισε μὲ τὴν γνώμην τὴν ἐδικήν μου. Αὐτοὶ σὰν εἶδαν τὴν κακὴν ἐντύπωσιν ὁποῦ ἔκαμεν ἡ ἐκποίησις, ἐβιάσθηκαν νὰ τὸ σβήσουν αὐτὸ τὸ ἄρθρον. Αὐτοὶ ἄρχισαν νὰ κολακεύουν τοὺς φίλους μου καὶ τοὺς ἔπαιρναν ἕναν – ἕναν μὲ τὸ μέρος των. Μὲ ἐπροσκάλεσαν νὰ ὑπάγω. Ἐπῆγα εἰς ἕνα περιβόλι, ὅπου ἔκαμναν τὴν Συνέλευσιν καὶ ἄρχισα νὰ τοὺς εἰπῶ: «Σεβαστὴ Συνέλευσις, δὲν εἶναι καλὰ αὐτὰ τὰ ψηφίσματα ὁποὺ ἐκάματε, νὰ εἶναι τόσο πολλοί βουλευταὶ καὶ τόσο πολλοὶ στρατηγοί, διατὶ θὰ μᾶς φέρουν τόσα ἔξοδα καὶ τόσες ζημίες, διότι τὸ ἔθνος μας εἶναι πτωχὸν καὶ δὲν ἠμπορεῖ νὰ πληρώσῃ τόσους πολιτικοὺς καὶ πολεμικοὺς ἀνωφελεῖς». Ὁ Ζαΐμης ἐσηκώθηκε τότε καὶ λέγει: «Κολοκοτρώνη! Κολοκοτρώνη! εἰς τὸ χέρι σου στέκεται νὰ χαθῇ ἡ Ἑλλὰς ἢ νὰ ἐλευθερωθῇ ἐὰν ἑνωθῇς μαζύ μας». Τὸν ἐρώτησα τρεῖς φορές: «Ἐγώ, κύρ Ἀνδρέα;» Μὲ ἀπεκρίθη: «Ἐσύ!». Ἔτζι ἐπῆγα καὶ ἐγὼ καὶ ὑπέγραψα, λέγοντας: «Ἂς ὄψεσθε διὰ ἐκεῖνα ὁποὺ θὰ ἀκολουθήσουν κακὰ εἰς τὴν Πατρίδα μας διὰ τὴν πολυαρχία». – Εἶχαν ψηφίσει πρόεδρον τοῦ Ἐκτελεστικοῦ τὸν Μαυρομιχάλη, μέλη τὸν Ἀνδρέα Ζαΐμη, Σωτήρη Χαραλάμπη, Ἀνδρέα Μεταξᾶ καὶ Ἀρχιγραμματέα τὸν Μαυροκορδάτο. Εἶχαν ψήφισμα νὰ μὴ βάλουν ἄλλον εἰς τὴν δούλευσιν κανέναν ἀπὸ τοὺς νεοφερμένους ἀπὸ τὴν Εὐρώπη, παρὰ μόνον τοὺς αὐτόχθονας. Ὁ Παπα – Φλέσσας, μινίστρος τῶν Ἐσωτερικῶν, Βάρβογλης μινίστρος τοῦ Δικαίου, Πεῤῥαιβός, Ἀναγνωσταρᾶς, μινίστροι τοῦ Πολέμου, τὸν Αἰνιὰν μινίστρο τῆς Ἀστυνομίας, Πεῤῥούκα μινίστρο τῆς Οἰκονομίας. Ὁ Ἀρχιγραμματεὺς τοῦ Ἐκτελεστικοῦ εἶχε καὶ τὰ χρέη τοῦ ἐξωτερικοῦ. Τότε ἐπροβάλαμε τὸν Γ. Κουντουριώτη πρόεδρον καὶ τὸ ἐδέχθη, πρόεδρον τοῦ Βουλευτικοῦ τὸν Ὀρλάνδο, ἀντιπρόεδρο τὸν Βρυσθένης καὶ ἐτελείωσε ἡ Συνέλευσις, ἀφοῦ ὑπέγραψα ἐγὼ καὶ οἱ ἐδικοί μου. Ἐπήγαμε εἰς τὴν Τριπολιτζά, ἐκεῖ ἔκαμαν διαταγὴ Βουλευτικὸ καὶ Ἐκτελεστικό καὶ ἐδιᾠρισαν τὸν Πᾶνο φρούραρχον τοῦ Ναυπλίου καὶ ἐβγῆκε ὁ Κολιόπουλος. Εἰς τρεῖς ἡμέρας ἔβαζον ὅλους ἐδικούς τους καὶ ἐκατέτρεχαν τοὺς δικούς μας. Ἐπῆρα τὸν Νέγρη. Ἐβγαίνομε εἰς τὴν Σιλήμνα καὶ κάνομε νόμους, αὐτοὶ ἔμειναν μονάχοι εἰς τὴν Τριπολιτζά. Ὁ σκοπός μας ἦτον νὰ στείλομεν ἀνθρώπους εἰς τὰς ἐπαρχίας νὰ οἰκονομοῦν τοὺς στρατιώτας καὶ ἡμεῖς νὰ κινήσωμεν κατὰ τῶν Τούρκων καὶ νὰ μὴ γνωρίζομεν τὴν κυβέρνησιν. Αὐτοὶ εἶδον τὴν ἀδυναμίαν τους, ἔκαμαν συμβούλιο, ἔκραξαν τὸν κὺρ Ἀναγνώστη Δεληγιάννη ὡς μεσίτη, διὰ νὰ δεχθῶ τὰς προτάσεις των. Ὁ Ὑψηλάντης ἦτον μὲ ἡμᾶς· ἡ γνώμη τους ἦτον νὰ μὲ βάλουν ἀντιπρόεδρο τοῦ Ἐκτελεστικοῦ διὰ νὰ ἔβγω ἀπὸ τὰ ἄρματα, νὰ μὲ ἀδυνατίσουν. Ἔστειλαν πρέσβεις· μὲ εὑρῆκαν εἰς τὴν Πιάνα, ἔπειτα ἀπὸ πολλὰς δυσκολίας ἔρχονται· ἐπέστρεψα εἰς τὴν Τριπολιτζά.

Στὴν συνέλευσιν ἔγινε ψήφισμα, ὅτι νὰ μὴ βάλουν ἄλλους ξένους, εἰμὴ τὸν Μαυροκορδᾶτον διὰ τὰ ἐξωτερικά. Ἀρχίνησαν καὶ ἔβαλαν φιλικῶς, καὶ ἐκεῖνα ποὺ ὑπογράψαμεν, τὰ ἀλησμόνησαν. Τότενες, σὰν ἔκαμα συνέλευση, εἴπαμε: «Τί εἶναι τοῦτο ποὺ γίνεται πατριῶτες; Ἄλλα ὑπογράψαμε καὶ ἄλλα βλέπομεν νὰ κάνουν. Ἡμεῖς εἴπαμεν, ὅτι πολιτικῶς καὶ στρατιωτικῶς νὰ ἐκλέγουν τοὺς ἀξίους, καὶ ἐκεῖνοι νὰ ὁμιλοῦν ὅλοι συμφώνως, καὶ ἔτζι νὰ τοὺς διορίζουν, καὶ αὐτοὶ τὸ ἐναντίον». Τότε ἐκίνησα τὸ μεσημέρι καὶ ἐπῆγα εἰς ἕνα χωριὸ ἀπ᾿ ἔξω ἀπὸ τὴν Τριπολιτζὰ μίαν ὥρα, καὶ εἴχαμε καὶ τὸν Νέγρη (τὸ χωριὸ Σιλήμνα). Ὁ Ὑψηλάντης ἦτον. Οἱ βουλευταί, πλειότεροι ἦλθον. Ἀποφασίσαμεν καὶ ἐκάμαμε ἕνα νόμο νὰ μὴν ἀκούομεν τὰς διαταγάς, καὶ ὅσοι εἴμεθα στρατιωτικοὶ νὰ πᾶμε κατὰ τοὺς Τούρκους, ὅσοι πολιτικοὶ νὰ μᾶς προβλέπουν ἀπὸ τροφὰς καὶ γλυτώσωμεν τὴν πατρίδα μας, καὶ ἐκεῖνοι ἂς κάθονται. Βλέποντας τὴν πανουργίαν ὁποὺ εἶχαν διὰ νὰ μὲ ἐξοντώσουν, ἐκεῖνοι μὲ ἐδυνάμωσαν. Τότε ἄρχισαν καινούργιο σχέδιο, καὶ βάνουν μεσίτας, καὶ τὸν Ἀναγνώστη τὸν Δεληγιάννη, ποὺ ἐκράταε τὸν μέσο ὅρο, νὰ ἰδῇ ποῖος νικᾶ καὶ στέλνει τὸν διδάσκαλον τὸν Θεόδωρον καὶ τὸν Γιάννην Ράγκον νὰ ἔλθουν νὰ μοῦ εἰποῦν νὰ γυρίσω ὀπίσω, νὰ μὴν χαλάσῃ ἡ Κυβέρνησις, καὶ ἔμβα καὶ σὺ Ἀντιπρόεδρος. Παρακινώντας ὁ Ἀναγνώστης ὁ Δεληγιάννης, καὶ διὰ νὰ μὴ γίνῃ ἐμφύλιος πόλεμος ἐγύρισα νὰ ἰδῶ τί θὰ γίνῃ καὶ ἀπὸ ἐτούτην τὴν Κυβέρνησιν. Ἔτζι πῆγα εἰς τὸ Ἐκτελεστικό. Τὴν πρώτην ἡμέρα ποὺ ἐπῆγα, ἐχαιρέτησα τὸν Μαυρομιχάλη καὶ λοιπούς, καὶ μοῦ ἀπεκρίθη ὁ Πετρόμπεης, ὅτι: «Ὡς πότε θά χορεύῃς Κολοκοτρώνη;» Καὶ τοῦ εἶπα: «Ὅσο τραγουδᾶτε σεῖς, χορεύω ἐγώ. Παῦτε τὰ τραγούδια καὶ παύω τὸν χορόν».

Ἐγὼ ἄρχισα τὴν δουλειάν μου καὶ εἶχα συναγμένες 5.000 στράτευμα καὶ σκάλες καὶ ἀνέβηκα στὸ στρατόπεδον καὶ διεμοίρασα μίαν ἡμέραν, ἀνήμερα τὰ Χριστούγεννα, γιατὶ ἦτο σκάπετα ἀπὸ τὴν Τριπολιτζὰ τὸ στράτευμα τὸ ἰδικό μας. Ἐμοίρασα τὸ στράτευμα μὲ ἀρχηγούς· ἔστειλα τὸν Νικήτα ἀπὸ τὴν πόρταν τοῦ Μυστρᾶ, τὸν Γενναῖον ἀπὸ τῆς Καρύταινας τὴν πόρταν, τὸν Κωνσταντὴ Μαυρομιχάλη ἀπὸ τῶν Καλαβρύτων τὴν πόρταν, καὶ τὸν Παναγιώτην Ζαφειρόπουλον μὲ τοὺς Ἁγιοπετρίτες ἀπὸ τοῦ Σαραγιοῦ τὴν πόρταν, καὶ τὲς ἄλλες πόρτες μὲ ἄλλα κουμάντα, καὶ ἐδιαμοίρασα τὲς σκάλες εἰς τὰ κουμάντα, ὁποὺ ν᾿ ἀνεβοῦν εἰς τὸ κάστρο, καὶ ἐγὼ ἔμεινα μ᾿ ἕνα σῶμα, διὰ νὰ δίδω βοήθειαν. Καὶ ἐκινήσαμεν ὅλοι μαζύ, καὶ ὅταν ἐζυγώσαμεν εἰς τὴν Τριπολιτζά, κάποιοι προδότες, ἦτον νύκτα, ἔῤῥιψαν δύο ντουφέκια, σενιάλε τοῦ ἐχθροῦ, ἐμβῆκαν καὶ δύο Βούλγαροι, ποιὸς τοὺς ἔστειλε ἀγνοῶ. Εἶπαν οἱ προδότες: «Ἀπόψε θὰ σᾶς γενῇ ρισάλτο». Ἐβγῆκαν οἱ Τοῦρκοι στὰ τείχη, παιδιά, γυναῖκες καὶ ἔσκουζαν ὡς τὴν αὐγήν. Ὁ Νικήτας ἔβαλεν ἀποκάτω σκάλες, – καὶ  βλέποντας ὅτι εἴμεθα προδομένοι, μὲ τὰ ξημερώματα ῥιτιράραμεν. Οἱ Τοῦρκοι τὸ πρωῒ εἶδαν ὅτι δὲν εἶναι στρατεύματα καὶ ἐκτύπησαν τοὺς Τριπολιτζῶτες, Λάμπρο Ῥιζιώτην. Ὁ Γενναῖος τοὺς ἐπῆγε μεντάτι, εἶχαν σκοτωθῇ ἀπὸ τοὺς Τριπολιτζῶτες 10. Ὁ Γενναῖος ἀπὸ τὲς Ῥίζες, βλέποντας ἐκίνησε μεντάτι. Ἔτζι ἀπετύχαμεν ἀπὸ τὲς προδοσιές, δὲν ἠμπορέσαμεν νὰ κάμωμεν δουλειά. Ἐσυνάχθημεν ὀπίσω εἰς τὰ χωριά, καὶ ἄρχισε ὁ κόσμος νὰ φεύγῃ. Ἐγὼ ἐτράβηξα νὰ κατεβῶ εἰς τὸ Ἀνάπλι, νὰ ὁμιλήσωμεν διὰ νὰ κάμωμεν Συνέλευσιν, διότι ἡ Κυβέρνησις στανικῶς ἕνα χρόνον ἔπειτα ἀπὸ τὴν διορία ἐκυβέρναε. Νὰ εἰπῶ: «Τί προδοσιές εἶναι ἐτοῦτες;» καὶ νὰ ὁμιλήσωμεν τὸν κίνδυνον τῆς Πατρίδος. Ἡ Κυβέρνησις κάνει μίαν διαταγήν, ὅτι κανεὶς στρατιωτικὸς νὰ μὴν ὑπάγῃ στὸ Ἀνάπλι, διότι δὲν εἶναι δεκτός. Τότενες, βλέποντας τὴν διαταγήν, ἔγραψα εἰς τὸν Ζαΐμην καὶ εἰς τὲς ἐπαρχίες νὰ συναχθοῦν νὰ κάμωμεν Συνέλευσιν εἰς τὸ Ἄργος. Ἀρχίνησαν καὶ οἱ πληρεξούσιοι ἤρχοντο εἰς τὸ Ἄργος καὶ συνακούσθημεν νὰ πᾶμεν εἰς τὴν Πιάδα, καὶ ἐκινήσαμεν καὶ ἐπήγαμεν. Ἦλθαν καὶ ἀπὸ τὰ νησιὰ τοῦ Αἰγαίου πελάγους, καὶ οἱ Πελοποννήσιοι, καὶ ἐκάμαμεν Συνέλευσιν – τότε ἐκαταράσθη ἡ Συνέλευσις τὸν Ὑψηλάντην. – Ἐρχόμενοι ἐκεῖ ἀρχίσαμεν τὲς ἐργασίες, καὶ εἴχαμεν ἐκτελεστικὴν δύναμιν τὸν Ἀνδρέα Λόντον, πρόεδρον τὸν Γέρο Πανοῦτζον, – διατὶ ἤθελαν μέρος νὰ βάλουν τὸν Πετρόμπεην, μέρος τὸν Ζαΐμην· διὰ νὰ παύσουν τὴν φαγωμάρα ἐβάλαμεν τὸν Πανοῦτζον πρόεδρον τῆς Συνελεύσεως. Καὶ εἰς τὲς ἐργασίες ἐπάνω εἶχε μέρος Ρουμελιῶτες εἰς τὸ μέρος του, καὶ εἶπε ὁ Ὑψηλάντης: «Δὲν δεχόμεθα τὴν πρόσκλησιν ὅπου ἐκάματε εἰς στὴν Λόνδραν». Μὲ μιὰ φωνὴ ἀπεκρίθησαν: «Τὸ ἔθνος ἐκεῖνο ὁποὺ θέλει ἔκαμε, καὶ ἐκεῖνος δὲν μπορεῖ νὰ κάμῃ τῆς γνώμης του πράγματα». – Δὲν (4) τὸν ἤθελαν μὲ τελειότητα διὰ Ἕλληνα. Οἱ Ρουμελιῶτες μὲ τὸν Ὑψηλάντην, ἦτον ὁ Γκούρας κ.λ.π.

Τότε ἐσηκώθηκα ὀρθὸς καὶ εἶπα: «Δὲν εἶναι δίκαιον νὰ καταδιώξωμεν τὸν Ὑψηλάντην, διότι, μὲ φαίνεται, ἀρχῆς (5) νὰ ἔχετε γράμμα ἀπὸ τὸ μακαρίτην τὸν ἀδελφόν του, καὶ πῶς νὰ καταργήσωμεν τόν ἀδελφόν του ἀπό τήν Ἑλλάδα;». Καὶ μὲ ἄλλους λόγους τοὺς κατέπεισα: «Ἀλήθεια ἀντιστάθηκε, ἀλλ᾿ ἂς ἰδοῦμεν καὶ τὰ καλά». – Ἐκατόρθωσα καὶ ἔγινε συγκατάβασις, ἐπεριωρίσθη εἰς ἕνα χρόνον ἡ κατάργησις, καὶ ἀκολουθούσαμεν τὰς πράξεις μας….

…Ἔστειλα νὰ ἔλθῃ ὁ Μαυροκορδᾶτος εἰς τὸ κονάκι μου, ἦτον τὸ βράδυ – βράδυ. Μπαίνοντας ὁ Μαυροκορδᾶτος, ἦλθε καὶ ὁ Ἀναγνώστης. Ἐκάτσαμεν οἱ τρεῖς, καὶ ἐκλείσαμε τὴν πόρταν καὶ ἀρχίνησα νὰ εἰπῶ τοῦ Μαυροκορδάτου: «Διατί νά κάμῃς αὐτό;» Αὐτὸς ἀρχίνησε νὰ μοῦ ἀπολογηθῇ μὲ τὰ γέλια τὰ συνηθισμένα, καὶ μοῦ λέγει ὅτι: «Εἶναι συμφερώτερον διὰ τὸ ἔθνος τὸ Βουλευτικὸ παρὰ τὸ Ἐκτελεστικό». – «Σοῦ λέγω τοῦτο, κύριε Μαυροκορδᾶτε, ὅτι ἐσυναναστράφημεν σαράντα ἡμέρας εἰς τὸ Ἐκτελεστικό, καὶ δὲν ἠμπορῶ… σοῦ λέγω, μὴν καθήσῃς πρόεδρος, διότι ἔρχομαι καὶ σὲ διώχνω μὲ τὰ λεμόνια, μὲ τὴν βελάδα ποὺ ἦλθες». – Καὶ ἐβγῆκα εἰς σουλάτσο. Ὁ κὺρ Ἀναγνώστης, ὁποὺ ἔμεινε ὀπίσω, τοῦ εἶπε: «Ἔντεσα ἐγὼ καὶ ἐγλύτωσες, εἰμὴ θὰ σὲ ἐσκότωνε» – καὶ ἔῤῥιξε τὸ φαρμάκι του καὶ αὐτός. Τὴν ἴδια νύκτα ἐπῆρε τὰ πλυμένα του ὁ Μαυροκορδᾶτος καὶ ἐπέρασε στὸ Κρανίδι καὶ ἔπειτα εἰς τὴν Ὕδραν….

…Ἡ Κυβέρνησις τοῦ Κουντουριώτη ἐδυνάμωσεν, ἔστειλεν εἰς τὴν Ῥούμελην, ἔφερε τὸν Γκούρα, καὶ οἱ ἄλλοι καπεταναῖοι τῆς Ῥούμελης ἐμβῆκαν εἰς τὴν Κόρινθον, ἐκυνήγησαν τὸν Νοταρᾶν. Ἀπ᾿ ἐκεῖ ἐπῆγαν εἰς τὴν Κερπενή, χωριὸ τῶν Καλαβρύτων, ἔκλεισαν τὸν Ζαΐμη, ἦλθεν καὶ ὁ Καραϊσκάκης καὶ ὁ Τζαβέλλας ἐναντίον τοῦ Ζαΐμη, τὸν ἐχάλασαν τὸν Ζαΐμη, καὶ ὁ Ζαΐμης, Λόντος καὶ Νικήτας κατέφυγον εἰς τὴν Δυτικὴν Ἑλλάδα. Ὁ Καραϊσκάκης καὶ ὁ Τζαβέλλας μ᾿ ἔγραφαν διὰ νὰ ὁμιλήσωμεν καὶ μὲ παίρνουν ἀπάνω τους ἂν πάθω τίποτα. Ἐγὼ ὅμως δὲν ἤμουν πλέον εἰς τὴν Καρύταιναν, διότι ἦλθεν ὁ Κολιόπουλος σταλμένος ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν καὶ μοῦ εἶπεν ὅτι νὰ πᾶμε εἰς τὸ Ναύπλιον διὰ νὰ συμβιβασθοῦν τὰ πράγματα. Ἐπήγαμεν εἰς τὴν Τριπολιτζάν. Ἐκεῖ ἦτον μία ἐπιτροπὴ ἀπὸ τὸν Σκούρτην, τὸν Γ. Μαυρομάτην καὶ Κ. Ζαφειρόπουλον, καὶ μὲ ἔκαμαν ὅρκους, ὅτι νὰ ὑπάγω κάτω νὰ συμβιβασθοῦν τὰ πράγματα καὶ ἀπὸ αὐτά. Ἐνεπιστεύθηκα ἐγώ, ἐπῆγα εἰς τὸ Ναύπλιον. Ἐκεῖ εἰς ἕνα δύο ἡμέρας βλέπω νὰ διώχνουν τοὺς ἀνθρώπους μου καὶ νὰ μὲ ἀφίνουν μοναχόν, in arresto ἕως ὅτου νὰ μαζώξουν καὶ τοὺς ἄλλους. Μᾶς ἐβαρκάρισαν εἰς μίαν γολέταν, Γοργῶ, ἦταν καὶ ὁ Σκούρτης, καὶ μᾶς ἐπῆγαν εἰς τὴν Ὕδραν. Ἐκαθίσαμεν δύο ἡμέρας καὶ μᾶς ἔστειλαν στὸν Προφήτην Ἅγιον Ἠλίαν, ἕνα μοναστῆρι. Ἐκαθίσαμεν 4 μήνας. 20 ἡμέρας μετὰ τὸ πιάσιμόν μας, ἦλθεν ὁ Μπραΐμης εἰς τὴν Πελοπόννησον. Εἰς τὴν Ὕδραν ἤρχισε νὰ γίνεται ἀπὸ τὸν λαὸν μία ἑταιρεία διὰ νὰ μᾶς βγάλουν. Ὁ Κουντουριώτης ἑτοιμάζετο διὰ τὴν Πάτρα, ἔπειτα σὰν ἤκουσε ὁ Μπραΐμης ἦλθεν εἰς τὰ Μοθωκόρωνα, ἔκαμαν διαταγὰς διὰ νὰ γυρίσουν τὰ στρατεύματα διὰ τὸ Νεόκαστρον. Ἐπῆγεν ὁ Κουντουριώτης εἰς Τριπολιτζὰν καὶ ἔστειλε τὸν Σκούρτην ἀρχιστράτηγον εἰς ὅλα τὰ στρατεύματα. Εἶχε μαζὺ ἕνα ἥμισυ μιλλιούνι (2) γρόσια. Τὰ Ῥουμελιώτικα στρατεύματα ἐκίνησαν καὶ αὐτά, πηγαίνουν εἰς τὸ Νεόκαστρον. Ἐκεῖ βάζουν φρουράρχους τὸν Π. Γιατράκο καὶ Γεώργ. Μαυρομιχάλη. Ὁ Ἰμπραΐμης ἐπολιόρκησε τὸ Νεόκαστρον, ἔπειτα ἐξεμβαρκάρισεν εἰς τὸ παλαιὸ Ναβαρῖνο, ἐκεῖ ἐκλείσθησαν 1.000 Πελοποννήσιοι, στενοχωρημένοι ἀπὸ ζωοτροφίας ἐπροσκύνησαν, καὶ ὁ Ἰμπραΐμης τοὺς ἄφησεν ἐλευθέρους. Ἦτον ἐκεῖ ὁ Τζώκρης καὶ ὁ Τζαννέτος καὶ ἄλλοι. Ὁ Ἰμπραΐμης ἀφέθηκε μὲ γλυκὸ τρόπο εἰς αὐτὴν τὴν περίστασιν, διὰ νὰ τραβήξῃ τοὺς Ἕλληνας διὰ νὰ προσκυνήσουν. Ὁ λαὸς ἄρχισε νὰ λέγῃ, ὅτι δὲν πολεμοῦμεν, ἂν δὲν βγάλετε τοὺς ἀρχηγούς μας. Τὰ Ῥουμελιώτικα καὶ Σουλιώτικα στρατεύματα, μάλιστα ὁ Καραϊσκάκης καὶ ὁ Τζαβέλλας ἐπρόβαλαν διὰ νὰ μὲ βγάλουν. Ἐκεῖ ἔκαμαν ὅλα τὰ στρατεύματα μίαν ἀναφορὰν καὶ ἐζητοῦσαν τὴν ἐλευθερίαν μας. Ἐπαρουσίασαν τὴν ἀναφορὰν εἰς τὸν Ἀναγνωσταρᾶν, ὁποὺ ἦτον Μινίστρος τοῦ πολέμου, καὶ αὐτὸς τὴν ἔσκισε λέγοντας: «Μὴν ἀνακατώνεσθε σ᾿ αὐτὲς τὲς δουλειές, ἀφίσετε αὐτὴν τὴν ὑπόθεσιν εἰς τὴν Κυβέρνησιν». Γίνεται εἰς τὸ Κρεμμῦδι πόλεμος καὶ νικῶνται οἱ ἐδικοί μας. Ὁ Καρατᾶσσος ἔκαμεν ἕναν καλὸν πόλεμον. Τότε ὅλοι οἱ ἀρχηγοὶ Ῥουμελιῶται ἐσυνάχθηκαν καὶ ἀπεφάσισαν ν᾿ ἀναχωρήσουν ἀπὸ τὴν Πελοπόννησον, διὰ νὰ ὑπάγουν νὰ βοηθήσουν τὴν Ῥούμελην, καὶ μάλιστα τὸ Μεσολόγγι, ὁποὺ ἄρχισε νὰ πολιορκεῖται. Τότε ἐπῆγαν εἰς τὸν Κουντουριώτην, ἐπῆραν τοὺς μισθούς των καὶ ἀνεχώρησαν ἄλλοι διὰ τὴν Ἀνατολικὴν Ἑλλάδαν καὶ ἄλλοι διὰ τὴν Δυτικήν. Ὁ Ἰμπραΐμης ἔκαμε ντεσμπάρκο καὶ εἰς τὴν Σφακτηρίαν, καὶ ἐσκοτώθη καὶ ὁ Ἀναγνωσταρᾶς, καθὼς καὶ ὁ Τζαμαδός. Ἐπιάσθησαν εἰς τὴν Σφακτηρίαν μερικοὶ ζωντανοί, ὁ Π. Ζαφειρόπουλος, ἐπιάσθη σκλάβος εἰς τὸ Κρεμμῦδι, πηγαίνει καὶ ὁ Κ. Ζαφειρόπουλος, πιάνεται καὶ αὐτός, καὶ ὁ Χατζῆ Χρίστος. Τὸ Νεόκαστρον σὰν ἐστενοχωρήθη πολύ, ἔκαμε συνθήκας καὶ παρεδόθηκεν. Ὁ ἐχθρὸς τοὺς μὲν στρατιώτας, χωρὶς τὰ ἅρματά τους, τοὺς ἄφικεν ἐλευθέρους, εἰς τοὺς ἀξιωματικοὺς τοὺς τὰ ἄφικεν, καὶ μόνον ἐβάσταξεν αἰχμαλώτους τὸν Γεωργάκην Μαυρομιχάλην καὶ Παναγιώτην Γιατράκον. Μανθάνοντας ὁ Κουντουριώτης, ὅτι τρατάρει τὸ Νεόκαστρον, ἐμβαρκαρίσθηκεν εἰς τὸ Ἁλμυρὸ καὶ ἦλθε εἰς τὴν Ὕδραν. Ἐκεῖ ἐκατέβημεν καὶ ἡμεῖς. Σὰν εἶδαν τὸν κίνδυνον τῆς πατρίδος καὶ τὴν ἐπιμονήν, ὅπου ἔδειχνεν ὁ λαὸς διὰ νὰ μᾶς ἐλευθερώσουν, μᾶς ἐλευθέρωσαν. Ἤλθαμεν εἰς τὸ Ἀνάπλι. Ἐρχόμενοι εἰς τὸ Ναύπλιον ὁρκωθήκαμεν τὸ Βουλευτικόν, τὸ Ἐκτελεστικὸν καὶ ἡμεῖς εἰς τὴν ἐκκλησίαν, ὅτι νὰ ἀφίκωμεν τὰ περασμένα, νὰ τὰ λησμονήσωμεν, νὰ ἑνωθῶμεν καὶ νὰ μὴν ἔχωμεν ἄλλην ἰδέαν, παρὰ νὰ δουλεύσωμεν τὴν πατρίδαν μας. Ἔτσι μ᾿ ἔκαμαν γενικὸν Ἀρχηγόν. Ἐσυνάχθη τότε τὸ Βουλευτικὸ καὶ τὸ Ἐκτελεστικὸν εἰς ἕνα μέρος καὶ ἐπῆγα καὶ ἐγώ.

Εἰς τὴν Ὕδραν εὑρισκόμεθα ὁ Κολοκοτρώνης ὁ Ἀναγνώστης Δεληγιάννης, Κανέλλος Δεληγιάννης, Νικολάκης καὶ Δημητράκης Δεληγιάννης, Ἰωάννης καὶ Παναγιώτης Νοταρᾶς, Γέρο Σισίνης, Χρύσανθος Σισίνης, υἱός του, Μῆτρος Ἀναστασόπουλος, ὁ Γρίτζαλης ὁ Ἀναστάσης Κατζαρός, ὁ Δημήτριος Παπατζώνης, ὁ Θεόδωρος Γρίβας….

…Ὀπίσω εἰς τὸ Ἀνάπλι οἱ ῥαδιοῦργοι δὲν ἔλειψαν νὰ παρασταίνουν εἰς τὴν Κυβέρνησιν, ὅτι ὁ Κολοκοτρώνης κάνει συνελεύσεις καὶ ἄλλες παρόμοιες ψευτιές. Ὁ Ζωγράφος ὁποὺ ἦτον νομάρχης τῆς Ἀρκαδίας (τόσον καὶ ὁ Μᾶνος ὁποὺ ἦτον διευθυντής), καὶ ἂν ἦτον τίποτα ἔπρεπε νὰ τὸ ἠξεύρῃ αὐτός, ἐπῆγε εἰς τὴν Ἀντιβασιλεία καὶ ἐπληροφόρησε, ὅτι ὅλα αὐτὰ ἦτον ψεύματα. Ἐγύρισα ὀπίσω εἰς τὸ Ἀνάπλι, ἐπῆγα, ἐχαιρέτησα τὸν Βασιλέα, τὴν Ἀντιβασιλείαν, τοὺς εἶδα μουδιασμένους, πλὴν δὲν ἐκατάλαβα τίποτις. Ἔμεινα εἰς τὸ περιβόλι μου. Ἐκεῖ ἦλθαν τὴν νύκτα, εἰς τὰς 7 Σεπτεμβίου, καὶ μὲ ἐπῆρε ὁ Κλεώπας, μοίραρχος, μὲ 40 χωροφύλακας καὶ μὲ ἐπῆγε εἰς τὸ Ἴτζ Καλὲ καὶ μ᾿ ἐπαρέδωσε εἰς τὸν φρούραρχον, καὶ μ᾿ ἔβαλαν 6 μῆνες μυστικὴ φυλακή, χωρὶς νὰ ἰδῶ ἄνθρωπον, ἐκτὸς τοῦ δεσμοφύλακος. Δὲν ἤξευρα τὶ ἐγίνεται διὰ ἕξι μῆνες, οὔτε ποιὸς ζεῖ, οὔτε ποιὸς ἀπέθανε, οὔτε ποιὸν ἔχουν εἰς τὴν φυλακήν. Διὰ τρεῖς ἡμέρας δὲν ἤξευρα πὼς ὑπάρχω, μοῦ ἐφαίνετο ὄνειρο· ἐρωτοῦσα τὸν ἑαυτόν μου ἂν ἤμουν ἐγὼ ὁ ἴδιος ἢ ἄλλος κανείς· δὲν ἐκαταλάβαινα διατὶ μὲ ἔχουν κλεισμένο. Μὲ καιρὸν ἐπέρασε ἀπὸ τὸν νοῦν μου, ὅτι ἴσως ἡ Κυβέρνησις, βλέποντας τὴν ὑπόληψιν ὁποὺ ἔχει ὁ λαὸς πρὸς ἐμένα, μὲ φυλακώνουν διὰ νὰ μοῦ κόψουν τὴν ἐπηροήν· δὲν ἐπίστευσα ποτὲ ὅτι θὰ φθάσουν εἰς αὐτὸν τὸν βαθμόν, διὰ νὰ φκιάσουν ψευδομάρτυρες. Ἔπειτα ἀπὸ ἕξι μῆνες, μᾶς ἐκοινοποίησαν τὴν κατηγορίαν, ὅτι τάχα ἐκάμναμεν ἀναφορές, πότε ἐναντίον ὅλης τῆς Ἀντιβασιλείας, πότε ἐναντίον τῶν δύο μελῶν, καὶ ὑπὲρ τοῦ Ἀρμανσπέργ, ὅτι ἠθέλαμεν νὰ κάμωμεν ἐπανάστασιν, καὶ ὅτι ἐβγάζαμεν δι᾿ αὐτὸν τὸν σκοπὸν καὶ ληστάς, ὅλα ἄρατα θέματα. Σὰν μ᾿ ἐκοινοποίησαν αὐτά, ἔβαλα ὑποψία εὐθὺς ὅτι εἶναι χέρι τῆς Κυβερνήσεως, καὶ θὰ μᾶς χαλάσουν. Μᾶς ἔβαλαν εἰς τὸ δικαστήριον. Ἐκεῖ ἐπαῤῥησιάσθηκαν μερικοὶ ἄτιμοι μικροὶ ἄνθρωποι ψευδομάρτυρες, καὶ ἔλεγαν πὼς εἶδαν ἀναφορὲς καὶ ἄλλα ψέμματα. Ἦλθαν ἀπὸ ὅλα τὰ μέρη τίμιοι ἄνθρωποι νοικοκυραῖοι, εἶπαν πὼς ὅλα αὐτὰ εἶναι ψέμματα, ὅτι αὐτοὶ εἶναι κακῆς διαγωγῆς ἄνθρωποι, πλὴν ποῦ ἤκουαν αὐτούς; Ἤθελαν τὸν σκοπόν τους, καταδίκην. Ἔξαφνα μανθάνω, ὅτι βιάζει ὁ Σχινᾶς, μινίστρος τῆς Δικαιοσύνης, τὸ δικαστήριον καὶ ὑποχρεώνει τὸν πρόεδρον Πολυζωΐδην καὶ Τερτσέτην νὰ ὑπογράψουν μὲ βαγιονέτες. Μᾶς κατάβασαν, μᾶς ἐδιάβασαν τὴν ἀπόφασιν. Εἶδα τόσες φορὲς τὸν θάνατον, καὶ δὲν ἐφοβήθηκα οὔτε τότε. Καλλίτερα εἶναι ὁποὺ σκοτώνομαι ἄδικα, παρὰ δίκαια. Τὸν Κολιόπουλο ἐλυπόμουν, διατὶ εἶχε φαμελιὰ μεγάλη. Ἐφάγαμε τὸ βράδυ. Τὴν αὐγὴ ἐκάμαμε τὴν διαθήκη μας καὶ ἐπροσμέναμε τὴν ὥρα τοῦ θανάτου. Μετὰ δύο ὧρες ἐμάθαμεν, ὅτι ὁ Βασιλέας μᾶς ἔκαμε χάριν τὴν ζωήν μας ἀπὸ τὸ ἄδικο. Μᾶς ἐπῆγαν εἰς τὸ Παλαμῆδι, εἰς σιγουρώτερον μέρος. Ἐσταθήκαμε καὶ ἐκεῖ 11 μῆνες. Ὁ Βασιλεύς, ὅταν ἀνέβηκε εἰς τὸν θρόνον, ἔκαμε διαταγὴ καὶ μᾶς ἐλευθέρωσε ἀπὸ αὐτὴν τὴν φυλακήν, τὴν τόσον ἄδικην. Ἐκατέβηκα ἀπὸ τὸ Παλαμῆδι· ἡ ὑποδοχὴ ὁποὺ μοῦ ἔκαμεν ὁ λαὸς μὲ ἔκαμε νὰ λησμονήσω ὅλες τὲς δυστυχίες ὅπου ἐπέρασα. Ἔβλεπα ἄλλους νὰ κλαίουν, ἄλλους νὰ γελοῦν, καὶ ὅλοι νὰ φωνάζουν: Ζήτω! Ζήτω ἡ δικαιοσύνη καὶ ὁ Βασιλεύς! Ἐκάθησα δύο τρεῖς ἡμέρας εἰς τὸ σπίτι μου καὶ ἔπειτα ἦλθα εἰς τὴν Ἀθήνα. Ἐπρόσφερα τὸ σέβας μου καὶ τὴν εὐχαρίστησίν μου εἰς τὸν Βασιλέα καὶ εἰς τὸν Ἀρμανσπέργ, καὶ ἔπειτα ἐκάθησα ἥσυχος ἕως ἐτούτην τὴν ὥρα, ὁποὺ διηγοῦμαι αὐτά….»

Θεόδωρος Κολοκοτρώνης
Διήγησις Συμβάντων Ἑλληνικῆς Φυλῆς
διὰ χειρὸς Γεωργίου Τερτσέτη

«..Ἕνας ἀτρόμητος ἄνδρας ἀπὸ τοὺς Κολοβάτες (εἶναι τοῦ Σαλώνου χωρίον), τὸν λὲν Μῆτρο Καθάριον (ἀλήθεια καθάριος κι᾿ ἀτίμητος εἶναι), ἀφοῦ τζακισθήκαμε στὴν χώρα καὶ τραβηχθήκαμε εἰς τὸ ψήλωμα, οἱ ἐδικοί μας ὅλοι κ᾿ ἐμεῖς φκειάσαμε ταμποῦρι καὶ πολεμούσαμε. Αὐτὸς ὁ δυστυχὴς ἦτο μέσα εἰς τὴν χώραν σὲ σπίτι μπασμένος, Ἀφοῦ φύγαμε ἐμεῖς, αὐτὸς ἔμεινε μόνος του κλεισμένος, τὄφυγαν οἱ σύντροφοί τοτ κ᾿ ἔμεινε μόνος του. Τοῦ ῥίχθησαν οἱ Τοῦρκοι ἀπάνου του, παίρνει ἕνα γιαταγάνι τούρκικον καὶ σκοτώνει τέσσερους, κ᾿ ἐκεῖ ὁποῦ τὸν πολεμοῦσαν τοῦ δίδουν μίαν μαχαιριὰν εἰς τὴν κοιλίαν, καὶ σκοτώνει τὸν Τοῦρκον καὶ μὲ τὸ μαχαίρι εἰς τὴν κοιλίαν ἦλθε ἐκεῖ ὁποῦ ἤμαστον ἡμεῖς, εἰς τὸ ταμποῦρι. Καὶ δὲν τοῦ ἐπειράξαμεν τὸ μαχαίρι, μὲ τοῦτον εἰς τὴν κοιλίαν τὸν ἐπήγαμε ἐκεῖ ὁποῦ ἦσαν οἱ ἐδικοί μας καὶ ἦτο ὁ ἰατρός, καὶ τὸ  ῾βγαλε τὸ μαχαίρι καὶ μὲ τῶν μερμήγκων τὰ κεφάλια τὸ ῤῥαψε τὴν κοιλίαν. Κι ἐτράβηξε ὁ καϋμένος κοντὰ ἕναν χρόνον νὰ γιατρευθῇ. Γέρευε καὶ πᾶλε ξηλώνετον, κ᾿ ἔβγαιναν οἱ κοπριὲς ἀπὸ τὴν κοιλίαν ὁποῦ ἦτο ἡ πληγή. Καὶ ζῆ τώρα καὶ δὲν ἔχει ψωμὶ νὰ φάγῃ….»

Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη
ἀπομνημονεύματα

«…Ὅσα χρήματα πήγαμε ἔξω νὰ πλερώσουμε τοὺς ἀνθρώπους, ὁποῦ τὰ εἶχε ὁ κύριος Κωλέττης, ἔβαλε φύλακά τους τὸν μπατζανάκη τοῦ Γκούρα τὸν Κατζικοστάθη, καὶ γιόμωσε τὸν Γκούρα ὁ Κωλέττης λίρες, τοῦ γιόμωσε τὸ δισάκκι του ἀπὸ αὐτὲς κι᾿ ἀπὸ τὰ λάφυρα τοῦ Νοταρᾶ καὶ Σισίνη κι᾿ ἀλλουνῶν. Τὸ ἴδιον καὶ τὸν Κατζικοστάθη. Ἀφοῦ τοὺς ἔκαμε αὐτείνη τὴν καλωσύνη ὁ Κωλέττης, τὸν πουλημένον ἄνθρωπον κι᾿ ἅρπαγον τὸν ἔκαμε ἀρχηγὸν νὰ ὑπάγῃ ἀναντίον τοῦ Δυσσέως – κι᾿ ὁ Σοφιανόπουλος συμβουλάτορας. Αὐτὸ μαθαίνει ὁ Δυσσέας, ἄλλο δὲν εἶχε καταφύγιον νὰ σταθῇ εἰς τὴν Ἑλλάδα, σηκώνεται καὶ ὑπάγει εἰς τοὺς Τούρκους, καὶ γίνεται μὲ τὸ στανιὸν Τοῦρκος νὰ γλυτώσῃ. Καθὼς ἔκαμε ὁ Μαυροκορδᾶτος τὸν Βαρνακιώτη κι᾿ ἄλλους καὶ πῆγαν εἰς τοὺς Τούρκους καὶ ἐγλύτωσαν, ἔτζι πάγει κι᾿ ὁ δυστυχὴς Δυσσέας. Ἦλθε ἐτοῦτες τὶς ἡμέρες ἐδῶ ὁ Γκούρας, γιόμωσε τὸ δισάκκι του λίρες, ἐπικύρωσε καὶ εἰς τὴν Κυβέρνησιν ἄλλες ὀκτακόσιες χιλιάδες γρόσσια, ὅτι κάνει νὰ λάβῃ ἀπὸ τὴν Κυβέρνησιν ἀκόμα, κι᾿ ἀχώρια μουκατᾶδες Ἀθήνας, Φῆβας, Λιβαδειᾶς καὶ τὰ ἑξῆς. Κι᾿ ὅλο τὸ φουσᾶτο ὁποῦ πλερώνει ποτὲς δὲν εἶναι διακόσιοι πενῆντα ἄνθρωποι, τὸν ἕναν εἰς τὴν πλερωμὴ τὸν κάνει δέκα.

Πῆγαν ἀναντίον τοῦ δυστυχοῦς Δυσσέα. Ἀκούγοντας ὅτι ἔρχεται ἀναντίον του ὁ δικός του ὁ Γκούρας, τὸ παιδί του, ὁποῦ αὐτὸς τὸν ἐδόξασε, μπιστεύθηκε καὶ βγῆκε καὶ παρεδόθη εἰς τὸ παιδί του. Τὸν ἐπῆγε εἰς τὴν Ἀθήνα καὶ τὸν ἐσκότωσε. Τελείωσε πλέον ὁ κύριος Κωλέττης κι᾿ ἀπὸ τὸν τρίτον ἀντίζηλόν του. Δυσσέα Ἀντρῖτζο, Ἀλέξη Νοῦτζο, Χρῆστο Παλάσκα καὶ τοὺς τρεῖς τοὺς ἐσκότωσε….»

Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη
ἀπομνημονεύματα

Καί, φυσικά, ὅλη ἡ σκευωρία, ἐπάνω στὴν ὁποίαν ἐστήθη ὅλο αὐτὸ τὸ μόρφωμα, σὲ λίγες γραμμὲς τοῦ Μακρυγιάννη, ποὺ ὁμολογεῖ τὴν συνεργασία του μὲ τοὺς ἀπάτριδες κατσαπλιάδες:

«…Μίαν ἡμέραν ἔλαβα ἕνα καψομηνιάτικον νὰ πλερώσω τοὺς ἀνθρώπους μου. Παίρνω τοὺς ἀξιωματικούς μου καὶ τοὺς λέγω: «Νὰ λέτε ὅτι ἐμεῖς κάθε εἰκοσιοκτὼ τοῦ μηνὸς πλερωνόμαστε ἀπὸ τὴν νέαν Διοίκησιν».

Εἶχαν ἔλθει μέσα οἱ ἀξιωματικοὶ τοῦ Δυσσέα, τοῦ Καραϊσκάκη καὶ τοῦ Γκούρα. Τοὺς πῆρα καὶ τοὺς ἔκαμα ἕνα τραπέζι ὁλουνῶν. Εἶπα τῶν ἀξιωματικῶν, τῶν δικῶνε μου, νὰ μοῦ χαλέψουν τὸν μιστὸν καὶ νὰ μοῦ εἰποῦνε ὅτι «ἔχομεν εἰκοσιοκτὼ ἡμέρες ἀπλέρωτοι καὶ θέλομεν τοὺς μιστούς μας», νὰ μοῦ εἰποῦνε. Κ᾿ ἐγὼ θὰ τοὺς μαλλώσω. Τὸ μηναῖον ὁποῦ ῾χα ἦταν ὅλο τάλλαρα, πῆρα μίαν κασσέλα καὶ τὴν γιόμωσα χῶμα κ᾿ ἔβαλα ἕνα πανὶ νὰ μὴν φαίνεται τὸ χῶμα, καὶ βάνω ἀπὸ πάνου τὰ τάλλαρα, ὅτι ἦταν ἡ κασσέλα γιομάτη χρήματα.

Φάγαμε ψωμὶ ὅλοι οἱ μουσαφιραῖοι, ἐκεῖ οἱ ἀξιωματικοὶ μοῦ γυρεύουν ἄγρια τοὺς μιστούς τους. Τοὺς λέγω: «Τί μέ φοβερίζετε διά τούς μιστούς, ὅπου ἔχετε νὰ πλερωθῆτε εἴκοσι ὀχτὼ ἡμέρες; Μηνᾶ εἶναι ἐδῶ ὁ Δυσσέας, ὁ Γκούρας, ὁ Καραϊσκάκης νά μήν σᾶς πλερώνουν ποτές; Ἐδῶ εἶναι Κουντουριώτης, ὁποῦ ῾φερε ἕνα καράβι γιομάτο τάλλαρα. Νόμους θέλει καλοὺς νὰ γένουν διὰ τὴν πατρίδα καὶ χρήματα ξοδιάζει ὅσα θέλη κάθε Ἕλληνας. Μίαν κασσέλα γιομάτη τάλλαρα μὄδωσε, σπαθί, ἄλογο, μουλάρια (αὐτὰ τὰ εἶχα ἀγοράση μόνος μου). Γυρίζω καὶ λέγω, τῶν ἰδίων μισαφιραίων: «Φέρτε μου, ἀδελφοί, αὐτήνη ἐκεῖ τὴν κασσέλα νὰ τοὺς πλερώσω, ὁποῦ μας χάλασαν τὸ φαί μας».

Πᾶνε ἐκεῖνοι οἱ καϊμένοι νὰ σηκώσουν τὴν κασσέλα, ποῦ σηκώνεταν ἀπό τά χώματα;
Τοὺς λέγω: «Ἀφῆστε τὴν κ᾿ ἔρχομαι μόνος μου». Πῆγα τοὺς πλέρωσα.
«Σύρτε εἰς τὰ κονάκια σας, τοὺς λέγω, κι᾿ ὅποιος θέλει καὶ παραπανισμένα χρήματα, νὰ τοῦ δόσω». Τότε ἀκοῦν ὅλοι αὐτεῖνοι: «Νἄρθομε μαζύ σου κ᾿ ἐμεῖς, καπιτᾶνε, μέ τούς συντρόφους μας, μοῦ λένε, νά γνωρίσουμε τήν Κυβέρνησιν! – Νὰ ῾ρθετε, παιδιά μου». Ἀφίνουν τὸν Δυσσέα μοναχὸν καὶ τοῦ μένουν κάτι ὁλίγοι, καὶ οἱ ἄλλοι ἦλθαν ὅλοι μαζύ μου, τὸ ἴδιον κ᾿ ἐκεῖνοι τοῦ Καραϊσκάκη καὶ τοῦ Γκούρα.

Καὶ γράφω ἕνα γράμμα τοῦ Γκούρα καὶ τοῦ λέγω: «Μὲ τὸν Κολοκοτρώνη τελειώσαμε ἐδῶ, καλῶς νὰ μᾶς δεχθῇς εἰς τὴν Ἀθήνα. Νὰ ῾ρθης νὰ ὑποταχθῇς καὶ νὰ ἑνωθῇς μὲ τὴν Διοίκησιν μπροστὰ καὶ ὕστερα ἦλθε κι᾿ αὐτός, ἦλθε κι᾿ ὁ Γκριτζώτης, καὶ τοὺς πῆρα καὶ πήγαμε εἰς τὸ καράβι καὶ εἰς τὸ Βουλευτικὸν καὶ γνώρισαν τὴν Διοίκησιν….»

«…Τὰ 1824 Ὀκτωβρίου 14 ἔλαβα τὴν διαταγὴ νὰ περιλάβω τοὺς ἀνθρώπους στὴν ὁδηγίαν μου καὶ νὰ ὑπάγω – ὅτι δὲν προσηκώθη ὁ Κουντουργιώτης εἰς τὸν Ζαΐμη, ὅτ᾿ εἶχε ἄλλην δουλειὰ καὶ δὲν προσηκώθη εἰς τὸ καράβι, ἀντάρτης ὁ Ζαΐμης. Πήγαμε στὴν Τροπολιτζά, ἐκεῖ συναχθήκαμε ὅλοι νὰ πᾶμε εἰς τὴν Ἀρκαδίαν κι᾿ ὁ Παπαφλέσσιας μαζύ. Ὅμως κι᾿ αὐτεινοῦ τοῦ μακαρίτου ὁ χαρακτῆρας ἦταν σὰν ἐκείνων. Εἴχαμε πιασθῆ πρωτύτερα καὶ βρισθήκαμε ὀμπρὸς εἰς τὴν Κυβέρνησιν. Ἤθελαν νὰ στείλουν καὶ πρωτύτερα ἐμέναν σ αὐτείνην τὴν ἀνταρσίαν καὶ δὲν ἠθέλησα, καὶ στείλαν τὸν Χριστόδουλον Ποργιώτη καὶ τὸν ἔπιασαν οἱ ἀντάρτες ζωντανὸν μ᾿ ὅλους του τοὺς ἀνθρώπους εἰς τὴν Μεσσηνίαν. Καὶ ἤθελεν κ᾿ ἐμέναν ὁ ἅγιος Ἀρχιμανδρίτης νὰ μὲ στείλῃ, (ἤθελε νὰ κάμῃ τοὺς πατριῶτες τοῦ παλληκάρια) κ᾿ ἐγὼ τοῦ εἶπα νὰ κοπιάσῃ νὰ πᾶμε μαζύ, ὅτι ἐγὼ δὲν γνωρίζω οὔτε τὶς θέσες, οὔτε τοὺς ἀνθρώπους. Ἀφοῦ πήγαμε εἰς τὴν Τροπολιτζά, ὁ Σταϊκούλης (ἦτο ἐκεῖ, ἤμαστον φίλοι) μοῦ εἶπε ὅτι οἱ Κολοκοτρωναῖγοι ἔχουν πάθος  σ’ ἐμέναν καὶ θὰ μὲ πιάσουν ζωντανὸν ἢ σκοτωμένον. Ὅτι ἐγὼ τοὺς βῆκα ἄπιστος κ᾿ ἔφυγα ἀπὸ τὰ ὀτζάκια αὐτά, ἀπὸ Δυσσέα καὶ Κολοκοτρώνη, καὶ τώρα μὲ διατάττει ἡ Κυβέρνησις καὶ τοὺς ὑπάγω ἀναντίον τους. Κι᾿ ὅσα μπορέσουν, μοῦ εἶπε, θὰ ξοδιάσουν ἢ μὲ δικούς μου ἀνθρώπους, ἢ μὲ δικούς τους θὰ μὲ ξεμπερδέψουν. Ὁ Σταϊκούλης εἶχε μίαν ἀνεψιὰ καὶ ἤθελε νὰ μὲ κάμῃ γαμβρό του καὶ δὲν τοῦ ῾λεγα τὸ ὄχι κ᾿ ἤλπιζε. Ἦταν κι᾿ αὐτός, καθὼς μοῦ ῾λεγε, παρὼν στὴν ὁμιλίαν τους ἐκείνων, ὁποῦ ὁμιλοῦσαν ἀναντίον μου. Ἐγὼ τοῦ εἶπα: «Δὲν ὑπάγω πουθενὰ νὰ γυμνώσω ἢ νὰ διατιμήσω κάποιον, ἡ πατρίς μου χωρὶς νόμους καὶ διοίκησιν κιντυνεύει. Ὑπάγω δι᾿ αὐτείνη κι᾿ ὁ Θεὸς εἶναι ἀρχηγὸς καὶ προστάτης τοῦ καλοῦ». Τοῦ εἶπα τοῦ Σταϊκούλη ὅ,τι μαθαίνη, νὰ μοῦ στέλνῃ μὲ σίγουρον ἄνθρωπον…»

Στρατηγοῦ Μακρυγιάννη
ἀπομνημονεύματα

 Ἀναζητοῦμε ἐπίσης τὰ ἀρχεῖα τῶν πρώτων ἐθνοσυνελεύσεων. Ὅσα στοιχεία ὑπάρχουν ἐλεύθερα ἀκόμη, εἶναι ὑπεραρκετὰ γιὰ νὰ κατανοήσουμε τὴν βρωμιὰ καὶ τὸν δόλο.

Δὲν εἶναι σκέτοι ἀπατεῶνες. Εἶναι μέλη τῆς αὐτῆς συμμορίας ἐγκληματιῶν, ἐδῶ καὶ πολλὲς πολλὲς δεκαετίες. Ἀλλάζουν ὀνόματα, μὰ παραμένουν πάντα τὰ ἴδια καθάρματα.

Ἔ ὄχι καὶ μαχαιροβγάλτες, θὰ μοῦ πεῖτε.
Σοβαρά;
Γιὰ θυμηθεῖτε τὰ θύματα τῆς Κατοχῆς ἀπὸ τὸ ΕΑΜ καὶ τοὺς ταγματασφαλίτες. «Ἐθνοσωτῆρες» δέν ἦσαν κι αὐτοί;
Γιὰ διαβᾶστε τὸ πῶς «καθάρισαν» τὸν Ὀδυσσέα (γιὰ ἀρχή), ἐξηκολούθησαν μὲ τὸν Δραγούμη καὶ τὸν Παναγούλη, γιὰ νὰ φθάσουν ἀκόμη καὶ στὸν δικό τους, καταδικό τους, Λαμπράκη…
…κι ὄχι μόνον.

Ἡ δολοφονία τοῦ Ὀδυσσέως Ἀνδρούτσου.

(Visited 237 times, 1 visits today)




One thought on “Φονιάδες, μαχαιροβγάλτες καὶ ἀνθέλληνες οἱ …«ἡγέτες» μας. (α)

  1. Αὐτόματη εἰδοποίηση σύνδεσης: Φονιάδες, μαχαιροβγάλτες καὶ ἀνθέλληνες οἱ …«ἡγέτες» μας. (β) | Φιλονόη καὶ Φίλοι...

Leave a Reply