Ὁ Ἡρακλῆς στὸν σταυροδρόμι τῆς Ἀρετῆς καὶ τῆς Κακίας

Καὶ ὁ Πρόδικος δὲ ὁ σοφὸς εἰς τὸ σύγγραμμά του περὶ τοῦ Ἡρακλέους, τὸ ὁποῖον δὲ καὶ εἰς παρὰ πολλοὺς ἐπιδεικνύεται, ὁμοίως περὶ τῆς ἀρετῆς ἀποφαίνεται, λέγων περίπου τὰ ἐξῇς, καθ’ ὅσον ἐγὼ ἐνθυμοῦμαι· λέγει δηλ. περὶ τοῦ Ἡρακλέους, ὅτε ἐκ τῆς παιδικῆς ἡλικίας μετέβαινε πλήρης ὁρμῆς εἰς τὴν ἐφηβικήν, ἐν τῇ ὁποίᾳ πλέον οἱ νέοι γενόμενοι αὐτεξούσιοι φανερώνουν εἴτε ἂν θὰ τραποῦν τὴν ὁδὸν ποὺ διὰ τῆς ἀρετῆς φέρει εἰς τὸν βίον εἴτε τὴν ὁδὸν τῆς κακίας.

Ἀφοῦ ἐξῆλθεν εἰς μέρος ἥσυχον ἐκάθισεν ἀπορῶν ποίαν ἐκ τῶν δύο ὁδῶν νὰ τραπῇ· καὶ ἐφάνη εἰς αὐτόν, ὅτι τὸν ἐπλησίασαν δύο γυναῖκες ἐπιβλητικαί, ἡ μὲν μία ἐκ τῶν δύο εὐπρεπὴς τὴν ὄψιν καὶ ἐκ φύσεως εὐγενής, κεκοσμημένη κατὰ μὲν τὸ σῶμα ὑπὸ καθαρότητος κατὰ δὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς ὑπὸ τῆς αἰδοῦς κατὰ δὲ τὴν στάσιν ὑπὸ σωφροσύνης, μὲ ἐσθῆτα δὲ λευκήν, ἡ δὲ ἅλλῃ καλοθρεμμένη, ὥστε νὰ εἶναι πολύσαρκος καὶ μαλθακή, καλλωπισμένη δὲ κατὰ μὲν τὸ χρῶμα τοιουτοτρόπως, ὥστε λευκοτέρα καὶ ἐρυθροτέρα ἀφ’ ὅσον ἧτο πράγματι νὰ φαίνεται, κατὰ δὲ τὴν στάσιν τοιουτοτρόπως, ὥστε να φαίνεται, ὅτι εἶναι ὑψηλοτέρα παρ’ ὅσον ἧτο ἐκ φύσεως, τοὺς δὲ ὀφθαλμοὺς εἶχεν ὑψηλά, ἐσθῆτα δὲ τοιαύτην ἔφερε διὰ μέσου τῆς ὁποίας ὅσον τὸ δυνατὸν περισσότερον νὰ διαλάμπη τὸ νεανικόν της κάλλος· παρετήρει προσεκτικὼς δὲ συχνὰ πέριξ αὐτῆς, ἐξήταζε δέ, καὶ ἐὰν κάποιος ἄλλος τὴν ἔβλεπε, πολλὲς φορὲς δὲ ἔῤῥιπτε βλέμματα καὶ εἰς τὴν σκιάν της.

Ἅμα δὲ ἔφθασαν πλησιέστερον τοῦ Ἡρακλέους, ἐκείνη μέν, ποὺ εἴπαμε πρώτην, ἐπροχώρη μὲ τὸ ἴδιο βῆμα, ἡ δὲ ἅλλῃ, ἐπειδὴ ἤθελε νὰ προλάβῃ, ἔτρεξεν ἐμπρὸς πρὸς τὸν Ἡρακλέα καὶ εἶπε· Σὲ βλέπω, ὢ Ἠρακλήῆ, ν’ ἀπορῇς ποῖον δρόμον νὰ λάβῃς διὰ τὴν ζωήν σου. Ἐάν, λοιπόν, κάμῃς ἑμὲ φίλην σου, θὰ σὲ ὁδηγήσω εἰς πλέον εὐχάριστον καὶ εὔκολον δρόμον, καὶ ἀπὸ μὲν τὰ τερπνὰ  δὲν θὰ ὑπάρξῃ κάποιον, ποὺ νὰ μὴ τὸ γευθῇς, χωρὶς δὲ νὰ δοκιμάσῃς δυσκολίας, θὰ περάσης ὅλην σου τὴν ζωήν. Διότι πρῶτον μὲν οὔτε διὰ πολέμους οὔτε δι’ ἐνοχλήσεις θὰ φροντίζῃς, ἀλλὰ θὰ διάγῃς ἀναζητὼν τὶ εὐχάριστον ἢ τρόφιμον ἢ ποτὸν δύνασαι νὰ εὕρῃς ἤ, τί, ἀφοῦ ἰδῆς ἢ ἀκούσῃς, θέλεις αἰσθανθῆ τέρψιν, ἢ ποία πράγματα ὀσφραινόμενος ἢ ἐγγίζων θέλεις εὐχαριστηθῆ, μὲ ποία δὲ παιδιὰ συναναστρεφόμενος ἐρωτικῶς περισσότερον θέλεις εὐφρανθῇ καὶ μὲ ποῖον τρόπον θὰ κοιμᾶσαι μαλακώτατα καὶ μὲ ποῖον τρόπον ἐντελῶς ἄνευ κόπου ὅλα αὐτὰ θέλεις ἐπιτυγχάνει. Ἐὰν δὲ κάποτε ὑπάρξῃ ὑπόνοια περὶ ἐλλείψεως ὅλων τῶν μέσων, ἐξ αἰτίας τῶν ὁποίων θὰ ἔχῃς ταῦτα τὰ ἀγαθά, δὲν ὑπάρχει φόβος μήπως σὲ ὁδηγήσω εἰς τὸ νὰ ἐξοικονομῇς ταῦτα κοπιάζων καὶ ταλαιπωρούμενος καὶ κατὰ τὸ σῶμα καὶ κατὰ τὴν ψυχήν, ἀλλ’ ὅσα οἱ ἄλλοι ἐργάζονται, ταῦτα ἐσὺ θὰ χρησιμοποιῆς χωρὶς νὰ ἀπέχῃς ἀπὸ κάρι, ἀπὸ τὸ ὁποῖον θὰ ἧτο δυνατὸν νὰ κερδίσῃς ὁτιδήποτε. Διότι ἑγὼ παρέχω εἰς τοὺς μαθητάς μου τὴν δύναμιν ἀπὸ παντοῦ νὰ ὠφελοῦνται.

Καὶ ὁ Ἡρακλῆς, ἀφοῦ τὰ ἤκουσεν αὐτά· Ὢ γυναῖκα, εἶπε, ἀλλά ποῖον εἶναι τό ὄνομά σου; ―Οι μὲν ἰδικοί μου φίλοι, εἶπε, μὲ ὀνομάζουν Εὐδαιμονίαν, ἐκεῖνοι δέ, ποὺ μὲ μισοῦν, μὲ ὀνομάζουν Κακίαν.

Καὶ ἐν τῷ μεταξὺ ἡ ἄλλη γυνὴ πλησιάσασα εἶπε· καὶ ἑγὼ ἤλθα πρὸς σέ, ὢ Ἠρακλῆ, ἐπειδὴ ἠξεύρω καὶ ἐκείνους, ποὺ σ’ ἐγέννησαν καὶ ἐνόησα ἐντελῶς τὴν εὐφυΐαν σου εἰς τὴν μάθησιν καὶ ἐξ αὐτῶν σχηματίζω τὴν ἐλπίδα, ὅτι, ἐὰν τραπῇς τὸν πρὸς τὸ μέρος μου δρόμον, θὰ γίνης πάρα πολὺ καλὸς ἐργάτης τῶν καλῶν καὶ σεμνῶν ἔργων καὶ ἑγὼ ἀκόμη περισσότερον ἐντιμοτέρα καὶ διαπρεπεστέρα θὰ ἀναδειχθῶ διὰ τάς ἀγαθὰς πράξεις σου. Δὲν θὰ σὲ ἐξαπατήσω δὲ μὲ προοίμια εὐχάριστα, ἀλλὰ καθὼς οἱ θεοὶ διέταξαν τὰ πράγματα, θὰ τὰ διηγηθῶ μὲ ἀληθείαν.

Διότι ἀπὸ τὰ πραγματικῶς ἀγαθὰ καὶ καλὰ τίποτα  οἱ θεοὶ δὲν δίδουν ἄνευ κόπου καὶ φροντίδος εἰς τοὺς ἀνθρώπους, ἀλλ’ ἐὰν θέλῃς νὰ  σοῦ εἶναι εὐσπλαχνικοὶ οἱ θεοί, πρέπει νὰ τοὺς τιμᾷς, ἐὰν θέλῃς ὑπὸ τῶν φίλων νὰ ἀγαπᾶσαι, πρέπει νὰ εὐεργετῇς τοὺς φίλους, ἐὰν ἐπιθυμῇς νὰ τιμᾶσαι ἀπὸ κάποιαν πόλιν, πρέπει νὰ ᾠφελήσῃς τὴν πόλιν, ἐὰν ἀπὸ ὅλην τὴν Ἑλλάδα ἔχῃς τὴν ἀξίωσιν νὰ θαυμέζεσαι διὰ τὴν ἀρετήν σου, πρέπει νὰ προσπαθῇς νὰ εὐεργετῇς τὴν Ἑλλάδα, καὶ ἐὰν θέλῃς ἡ γῆ νὰ σοῦ δίδη καρποὺς ἀφθόνους, πρέπει νὰ καλλιεργῇς τὴν γῆν, καὶ ἐὰν νομίζῃς, ὅτι πρέπει νὰ πλουτίζῃς ἀπὸ βοσκήματα, πρέπει νὰ περιποιῆσαι τὰ βοσκήματα, καὶ ἐὰν διὰ πολέμου ἔχῃς ὁρμὴν νὰ μεγαλυνθῇς καὶ θέλεις νὰ ἠμπορῇς καὶ τοὺς φίλους νὰ ἐλευθερώνῃς καὶ τοὺς ἐχθροὺς νὰ ὑποτάσσῃς, πρέπει καὶ αὐτὰς τὰς πολεμικὰς τέχνας νὰ μάθῃς ἀπὸ ἐκείνους ποὺ τὰς ἠξεύρουν καλῶς καὶ πρέπει νὰ ἀσκῆσαι πῶς νὰ τὰς χρησιμοποιῇς· ἐὰν δὲ θέλῃς καὶ κατὰ τὸ σῶμα νὰ εἶσαι δυνατὸς πρέπει νὰ συνηθίσῃς τὸ σῶμα νὰ ὑπηρετῇ εἰς τὴν σκέψιν καὶ νὰ τὸ γυμνάσῃς μὲ κόπους καὶ ἱδρῶτα.

Καὶ ἡ Κακία λαμβάνουσα τὸν λόγον, εἶπε, καθὼς λέγει ὁ Πρόδικος· Ἐννοεῖς, ὢ Ἠρακλῆ, ὅτι ἡ γυνὴ αὐτὴ σοῦ διηγεῖται δρόμον διὰ τὰς εὐφροσύνας δύσκολον καί μακρόν;
Ἐγὼ δὲ θὰ σὲ ὁδηγήσω εἰς τὴν εὐδαιμονίαν μὲ δρόμον εὔκολον καὶ σύντομον.

Ξενοφῶντος Ἀπομνημονεύματα,  2.1.21–2.1.29

Ἀπόδοσις Κώστας Βάρναλης
[1939] χ.χ.

Ξενοφῶν. Ἀπομνημονεύματα. Εἰσαγωγή, μετάφρασις, σχόλια. Ι–ΙΙ.
Ἀθῆναι: Ζαχαρόπουλος.

Σπανὸς Πανορμίτης

(Visited 93 times, 1 visits today)




Leave a Reply