Γιά τά …Ἑλληνικά Σκόπια μιλᾶμε;

Σκοῦποι (Σκόπια)

Ἀρχαία ὀχυρωμένη πόλις τῆς Θράκης, στὴν Δαρδανία, πρωτεύουσα τῶν Δαρδάνων.
Ἐλέγετο καὶ Σκόποι.

Τὸ 210 π.Χ. ἐκυριεύθη ἀπὸ τὸν Φίλιππο E’ καὶ κατὰ τοὺς ῥωμαϊκοὺς χρόνους ἐπέρασε στὴν κυριαρχία τῶν Ῥωμαίων.

Τὴν ἐποχὴ τοῦ Μ. Κωνσταντίνου ἦταν πρωτεύουσα τῆς νοτίου τοῦ Σκάρδου Δαρδανίας.

Τὸ 520 μ.Χ. κατεστράφη ἀπὸ σεισμούς.
Ἀνοικῳδομήθη ἀπὸ τὸν Ἰουστινιανὸ καὶ μετονῳμάσθη Ἰουστινιανὴ Πρώτη.

Τὸ ὄνομα Σκοῦποι πιθανότατα προέρχεται ἀπὸ τὸν ἑλληνικὸ σκοπός, δηλαδὴ παρατηρητὴς-φύλαξ, ἀναφερόμενο στὴν θέση του σὲ ἕνα ὑψηλὸ σημεῖο ἀπὸ τὸ ὁποῖο θὰ μποροῦσε κάποιος νὰ παρατηρῇ ὁλόκληρο τὴν περιοχή.

**~**~**~**~**~**~**~**~**

Στύβεῤῥα (Σκόπια)

Τὰ Στύβεῤῥα εὐρίσκονται στὴν περιοχὴ τῆς Πελαγονίας, 15 χιλιόμετρα ἀπὸ τὸν Πρίλαπο.
Ἡ πόλις ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα π.Χ. καὶ φαίνεται νὰ λεηλατήθη καὶ νὰ κατεστράφη ἀπὸ τοὺς Γότθους τὸν 3ο αἰῶνα μ.Χ..

Ὑπολογίζεται ὅτι ἡ πόλις Στύβεῤῥα εἶχε 20 χιλιάδες κατοίκους καὶ προστάτις της ἦτο ἡ Θεὰ Τύχη.

Στὸν ἀρχαιολογικὸ χῶρο Στύβεῤῥα εὑρέθη μνημειακὸ κτίριο μὲ κοσμημένο δάπεδο. Ἀνεκαλύφθησαν, ἐπίσης, μαρμάρινα ἀγάλματα, χρυσᾶ κοσμήματα καὶ κίονες μὲ ἐπιγραφές.
Σὲ μία ἀπὸ αὐτὲς ἀναφέρεται «Δήμου Στύβεῤῥα», ποὺ εἶναι ἀφιέρωμα ἑνὸς πολίτου πρὸς τὸν Δῆμο.

**~**~**~**~**~**~**~**~**

Στόβοι (Σκόπια)

Οἱ Στόβοι ἦταν μία ἀρχαία πόλις τῆς Παιονίας, ποὺ στὴν συνέχεια κατεκτήθηκἀπὸ τοὺς Μακεδόνες καὶ ἔγινε ἡ πρωτεύουσα τῆς ῥωμαϊκῆς ἐπαρχίας τῆς Macedonia Salutaris ἢ Macedonia Secunda.

Ἡ πόλις ἐκτίσθη στὸ σημεῖο ὅπου ὁ ποταμὸς Ἐριγὼν ἑνώνεται μὲ τὸν Ἀξιό, κάτι ποὺ τῆς προσέδωσε μεγάλη ἐμπορικὴ καὶ στρατηγικὴ σημασία.

Ἡ λέξη στόβος εἶναι ἑλληνική, προέρχεται ἀπὸ τὸ ῥῆμα στοβέω-ῶ καὶ εἶχε τὸ νόημα τῆς λοιδορίας, τῆς ὕβρεως καὶ τῶν παραφουσκωμένων λόγων. Στὴν Μακεδονία χρησιμοποιεῖτο μὲ τὴν κυριολεκτική της ἔννοια, τοῦ γεμάτου στόματος, τοῦ φουσκωμένου. Ἔτσι, τουλάχιστον, μᾶς τὴν δίδει ὁ Μακεδὼν Λυκόφρων ποὺ ἦταν ἰαμβολόγος (ἔγραφε ἰάμβους) στὴν αὐλὴ τοῦ Πτολεμαίου Β΄ τοῦ Φιλαδέλφου στὴν Ἀλεξάνδρεια τῆς Αἰγύπτου, περὶ τὸ 290 π.Χ..
Ἐὰν ἀναλογισθοῦμε λοιπόν, ὅτι ἡ ἀρχαία πόλις ποὺ εὑρίσκετο, βήματα σχεδόν, ἀπὸ τὸ σημεῖο ὅπου ὁ Ἐριγὼν ποταμὸς ἔπεφτε μὲ ὁρμὴ μέσα στὸν Ἀξιὸ ποταμό, καθὼς ἦταν φουσκωμένος καὶ ὁ ἕνας ποταμὸς καὶ ὁ ἄλλος, τότε θὰ ἐννοήσουμε γιατί ὁ οἰκισμὸς ποὺ ἐκτίσθη δίπλα σὲ αὐτὸ τὸ σημεῖο ἔλαβε τὸ ὄνομα «Στόβοι».

Ἡ ὕπαρξις τοῦ οἰκισμοῦ ἐπιβεβαιώνεται ἀρχαιολογικά, τοὐλάχιστον ἀπὸ τὸν 6ο αἰώνα π.Χ.. Ὡς μεγάλη πόλις ὑπάρχει ἀπὸ τὸν 3ο αἰώνα π.Χ. καὶ γιὰ πρώτη φορὰ ἀναφέρεται ἀπὸ τὸν Τίτο Λίβιο τὸ 197 π.Χ. στὴν ἐξόρμηση τοῦ Φίλιππού του Ε΄ κατὰ τῶν Δαρδάνων.

Ὁ οἰκισμὸς αὐτὸς τῶν ἑλληνιστικῶν χρόνων ἀνεπτύχθη στὸ ἔπακρο, ἑνάμιση μὲ δύο αἰῶνες μετά, ἐπὶ ῥωμαϊκῆς κυριαρχίας, ἐνᾦ ἔλαβε τὴν μορφὴ τῆς μεγάλης πόλεως. Εἰδικὰ γιὰ αὐτὴν ὑπῆρχε παράδρομος τῆς Ἐγνατίας Ὁδοῦ, ὅπου ἀπὸ τὴν Θεσσαλονίκη ἔφθανε μέχρι τοὺς Στόβους.

Στὰ ῥωμαϊκὰ χρόνια ὁ πληθυσμὸς ηὐξήθη, ἀφοῦ ἐγκατεστάθησαν σὲ αὐτὴν Ῥωμαῖοι ἔμποροι καθὼς καὶ Ἑβραῖοι. Τὸ 69 π.Χ. ἀνεκηρύχθη ἰσοπολίτις πόλις κι ἐκόπησαν νομίσματα μὲ τὴν ἐπιγραφὴ Municipium Stobensium.

Τὸ 388 ὁ αὐτοκράτωρ Θεοδόσιος Α’ διέμεινε στὴν πόλη, τὴν ὁποία ἠναγκάσθη νὰ ἐγκαταλείψῃ λόγῳ εἰσβολῆς ἀρχικῶς τῶν Ὀστρογότθων καὶ στὴν συνέχεια τῶν Σλαύων, ποὺ συνέβαλαν στὴν πλήρη παρακμή της.

Ὁ πολιτισμὸς τῆς πόλεως διαφαίνεται, ἐκτὸς τῶν ἄλλων καὶ ἀπὸ τὰ ἐρείπια ποὺ ἀνεκαλύφθησαν, τὰ ὁποῖα τῆς προσδίδουν τὸ μεγαλεῖο μίας χαμένης ἀρχαίας ἐποχῆς. Ναοί, λουτρά, μαρμάρινο θέατρο, κοιμητήριο, μαρμαρόστρωτοι ὁδοὶ κλπ. Ἰδιαίτερο χαρακτηριστικό της πόλεως αὐτῆς ἦταν ἡ κυριαρχία τῆς ἑλληνικῆς γλώσσης ἢ καλλίτερα ἡ μοναδικότης της. Ἀκόμη καὶ τὰ λατινικὰ ὀνόματα τῶν Ῥωμαίων κατοίκων ἀνεγράφοντο μὲ ἑλληνικὰ γράμματα. Ἑλληνικὰ στὸ ἀρχαῖο νεκροταφεῖο, ἑλληνικὰ στοὺς ναούς, ἑλληνικὰ στὸ μαρμάρινο θέατρο. Ἀκόμη καὶ στὴν ἰουδαϊκὴ συναγωγὴ τοῦ 3ου αἰώνος μ.Χ, μία ἐπιγραφὴ 32 γραμμῶν τοῦ «Κλαυδίου Τιβερίου Πολυχάρμου, ποὺ ἦταν γνωστὸς καὶ ὡς Ἀχύριος, πατὴρ τῆς Συναγωγῆς τῶν Στοβίων» μᾶς ἐνημερώνει γιὰ τὴν ἀνέγερσή της καὶ εἶναι καὶ αὐτὴ γραμμένη στὰ ἑλληνικά.

Στὸ προαύλιο τοῦ θεάτρου ἀνηυρέθη ναὸς ἀφιερωμένος στὴν Νέμεση, ἐνῶ ἀπὸ τὶς πολλὲς ἐπιγραφὲς καὶ τὰ ἀγάλματα ποὺ ἀνεκαλύφθησαν, πληροφορούμεθα πὼς ἐλατρεύοντο ἀκόμη ἐκεῖ, ἡ Ὑγεία, ὁ Τελεσφόρος, ἡ Ἄρτιμις, ἡ Λοχεία, ὁ Ἀπόλλων ὁ Κλάριος, ὁ Ζεύς, ὁ Διόνυσος καὶ ἡ Ἥρα.

Οἱ Στόβοι εἶχαν μία συνεχῆ ἑλληνοπρέπεια, τόσο στὸν οἰκιστικὸ τομέα, ὅσο καὶ στὸν πολιτιστικὸ καὶ στὸν θρησκευτικό.

Δύο αἰῶνες περίπου μετά, στὰ μέσα τοῦ 5ου -6ου, κάνει τὴν παρουσία του μία μεγάλη διάνοια τοῦ μακεδονικοῦ χώρου ποὺ ἐλέγετο Ἰωάννης ὁ Στοβαῖος:

«Ὁ Ἰωάννης ὁ Στοβαῖος ἦταν γραμματικός, κατήγετο ἀπὸ τοὺς Στόβους τῆς Μακεδονίας καὶ ἔζησε κατὰ τὸν 5ο μ.Χ αἰῶνα. Ἄγνωστος ἐν πολλοῖς, ἔμεινε στὴν ἱστορία γιὰ τὸ ἔργο τοῦ Ἀνθολόγιον, τὸ ὁποῖο δὲν ἦταν ἕνα ἁπλὸ ἐράνισμα γνωμῶν, ἀλλὰ μία πραγματικὴ κιβωτὸς τῆς ἑλληνικῆς σκέψεως. Τὸ ἀπόσταγμα τῆς σοφίας 204 φιλοσόφων καὶ ἱστορικῶν, 150 ποιητῶν καὶ 120 ῥητόρων μέσα σ’ ἕνα χρονικὸ πλαίσιο δώδεκα αἰώνων, χωρισμένο σὲ κεφάλαια ἀνάλογα μὲ τὸ ἠθικό τους περιεχόμενο».

Παναγιώτης Καμπάνης, Δρ. Ἀρχαιολόγος-Ἱστορικός, Μουσεῖο Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ
Μεταδιδακτορικὸς ἐρευνητὴς τοῦ Ἀριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

**~**~**~**~**~**~**~**~**

Ἡράκλεια Λυγκηστὶς (Σκόπια)

« …ἐκεῖθεν δ΄ ἐστὶ παρὰ Βαρνοῦντα διὰ Ἡρακλείας καὶ Λυγκηστῶν καὶ Ἐορδῶν εἰς Ἔδεσσαν καὶ Πέλλαν μέχρι Θεσσαλονικείας»
(Στράβων Γεωγραφικά, Ζ΄ 2)

Ἡ Ἡράκλεια Λυγκηστίς, ἢ καὶ Ἡράκλεια τοῦ Λύγκου (Πόλις τοῦ Ἡρακλέους στὴν Γῆ τοῦ Λύγκα), εὑρίσκετο στὴν περιοχὴ τῆς Πελαγονίας, στὰ βόρεια τῶν Βρυγηΐδων λιμνῶν (Πρέσπες), νότια της σημερινῆς πόλεως Μπίτολα [1]. Τὴν ἵδρυσε ὁ Φίλιππος τῆς Μακεδονίας μέσῳ τῆς ὁποίας ἀργότερα διήρχετο ἡ Ἀρχαία Ἐγνατία Ὁδός.

Στὴν ἑλληνικὴ μυθολογία μὲ τὸ ὄνομα Λύγκος εἶναι γνωστὸς ὁ βασιλεὺς τῶν Σκυθῶν, ποὺ προσεπάθησε νὰ σκοτώσῃ τὸν Τριπτόλεμο, ἔτσι ὥστε νὰ θεωρηθῇ ὅτι αὐτὸς καὶ ὄχι ὁ Τριπτόλεμος ἦταν ποὺ διέδωσε τὴν καλλιέργεια τῶν δημητριακῶν.
Ἡ θεὰ Δήμητρα ὅμως πρόλαβε καὶ τὸν μετεμόρφωσε στὸ αἰλουροειδὲς ζῶο ποὺ εἶναι γνωστὸ μὲ τὸ ὄνομα λύγξ.

Ἡ Λυγκηστὶς Ἡράκλεια ἦταν σημαντικὴ ἐγκατάστασις τῆς ἑλληνιστικῆς περιόδου ποὺ διετήρησε τὴν ὕπαρξή της ἕως τὸν πρώιμο μεσαίωνα. Ἡ πόλις ἱδρύθη στὰ μέσα τοῦ 4ου αἰώνος π.Χ. ἀπὸ τὸν βασιλέα τῆς Μακεδονίας Φίλιππο Β΄, σὲ ἀνάμνηση κάποιας νίκης του ἐναντίον τῶν Ἰλλυριῶν.
Τὸ ὄνομα ἐπελέγη διότι ὁ Φίλιππος θεωροῦσε τὸν ἑαυτὸ τοῦ Ἡρακλείδη καὶ ἑπομένως ἀπόγονο τοῦ ἡμιθέου Ἡρακλέους.

Ἡ Ἡράκλεια ἀπέκτησε ἐξέχουσα σημασία κατὰ τὴν ὑστέρα ἀρχαιότητα. Ὅταν οἱ Ῥωμαῖοι κατέστησαν τὴν Μακεδονία ῥωμαϊκὴ ἐπαρχία, ἂν καὶ κατέστρεψαν τὴν πολιτικὴ δύναμη τῆς πόλεως, ἐντούτοις ἡ Ἡράκλεια ἐξακολουθοῦσε νὰ εὐημερῇ χάριν τῆς Ἐγνατίας ὁδοῦ, ποὺ περνοῦσε δίπλα της, μὲ ἀποτέλεσμα νὰ ἀναγνωρισθῇ ὡς ἡ ἕτερη ἰσοπολίτις πόλις. Αὐτὴ τὴν περίοδο ἡ πόλις ἐκοσμήθη μὲ στοές, ἀμφιθέατρο καὶ ἀρκετὲς βασιλικές. Τὸ θέατρο ἦταν ἱκανὸ νὰ χωρέσῃ περίπου 3.000 ἄτομα.

Κατὰ τὴν πρώιμο βυζαντινὴ περίοδο (4ος -6ος αἰώνας) ἡ Ἡράκλεια ἔγινε σημαντικὸ ἐπισκοπικὸ κέντρο τῆς Πελαγονίας, μὲ πιὸ σημαντικὸ τὸν ἐπίσκοπο Εὐάγριο ποὺ ἀναφέρεται στὰ πρακτικὰ τῆς Οἰκουμενικῆς Συνόδου τῆς Σαρδικῆς (Σόφια τῆς Βουλγαρίας) τὸ 343.
Μία μικρὴ καὶ μία μεγάλη βασιλική, ἡ κατοικία τοῦ ἐπισκόπου καὶ μία βασιλικὴ κοντὰ στὴν νεκρόπολη εἶναι ὁρισμένα ἀπὸ τὰ ὑπολείμματα τῆς περιόδου. Ὁ κύριος ναὸς στὴν μεγάλη βασιλικὴ εἶναι κεκαλυμμένος μὲ μωσαϊκὰ πλουσίας φυτικῆς εἰκονογραφίας καὶ θεωρῶνται ἐξαιρετικὰ δείγματα τῆς πρωΐμου περιόδου τῆς χριστιανικῆς τέχνης. Τὰ ὀνόματα τῶν ἐπισκόπων της Ἡρακλείας ἀπὸ τὸν 4ο ἕως τὸν 6ο αἰώνα ἔχουν καταγραφῆ.

Ἡ πόλις ἐλεηλατήθη ἀπὸ τὶς δυνάμεις τῶν Ὀστρογότθων ὑπὸ τὸν Θεοδώριχο τὸ 472 παρὰ τὰ πλούσια δῶρα ποὺ τοῦ ἀπέστειλε προσωπικὰ ὁ ἐπίσκοπός της πόλεως.
Ἡ πόλις ἐλεηλατήθη καὶ δευτέρα φορὰ ἀπὸ τοὺς Ὀστρογότθους τὸ 479, ἀνοικῳδομήθη ὅμως γρήγορα, γιὰ νὰ παραδοθῇ καὶ πάλι στὴν καταστροφή, ὅταν τὸ 518 ἕνας φοβερὸς σεισμὸς κατέστρεψε τὸ μεγαλύτερο μέρος τῆς πόλεως.
Ἡ πόλις θὰ ἀνοικοδομηθῇ ἐκ νέου, ἀλλὰ στὰ τέλη τοῦ 6ου αἰῶνος καὶ στὶς ἀρχὲς τοῦ 7ου ἀρχίζει νὰ παρακμάζῃ ὅταν ξεκίνησαν οἱ ἐπιδρομὲς ἀπὸ τὰ σλαυϊκὰ φύλα ποὺ εἶχαν ἀρχίσῃ νὰ κατέρχονται ἀπὸ τὸν Δούναβη.

Ἡ Ἡράκλεια θὰ συνεχίση ὅμως νὰ ἐπιβιώνῃ μέσα στοὺς αἰῶνες ἀφοῦ σημειώνεται ἀπὸ τὸν βυζαντινὸ αὐτοκράτορα Κωνσταντῖνο τὸν Πορφυρογέννητο (10ος αἰώνας) ὡς «περίφημος πόλις ἀνάμεσα σὲ ἄλλες μακεδονικὲς πόλεις». Ἀπὸ τὸν αἰώνα ὅμως αὐτὸν παύει νὰ ἀναφέρεται, ὅπως πολλὲς πόλεις στὸν εὐρύτερο μακεδονικὸ χῶρο. Ἡ ἐποχὴ ταυτίζεται μὲ τὴν ἐξάπλωση τῶν Βουλγάρων στὰ βόρεια τμήματα τῆς Μακεδονίας, ὅπου εἶχαν καταλάβη ἀρκετὲς πόλεις, ἐγκατέστησαν βουλγαρικὲς διοικήσεις καὶ ἔκτοτε παύουν νὰ ὑφίστανται.

Στὸν ἴδιο χῶρο τῆς Ἡρακλείας, δίπλα ἀπὸ τὰ συντρίμμια τῆς πόλεως ἐδημιουργήθη ἡ νέα πόλις. Αὐτὴ ξεκινᾶ μὲ τὸν ἐκχριστιανισμὸ τῶν Σλαύων. Ἡ νέα πόλις ἐδομήθη δίπλα στὰ ἐρείπια τῆς παλαιᾶς. Οἱ σλαυϊκὲς φυλὲς ἄρχισαν νὰ ἐκπολιτίζονται καὶ νὰ βιώνουν εἰρηνικὰ μὲ τοὺς ἑλληνικοὺς πληθυσμοὺς τῆς εὐρυτέρας περιοχῆς. Μὲ τὴν πάροδο τοῦ χρόνου ἡ παλαιὰ πόλις ἔχασε τὴν ἀξία καὶ τὴν ὀνομασία της. Ἡ νέα ἔγινε γνωστὴ ὡς Μοναστήρι, λόγω τῶν πολλῶν μοναστηρίων ποὺ ἱδρύθησαν στὴν περιοχή.

Παναγιώτης Καμπάνης, Δρ. Ἀρχαιολόγος-Ἱστορικός, Μουσεῖο Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ
Μεταδιδακτορικὸς ἐρευνητὴς τοῦ Ἀριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης

[1] Σχόλιο Κωνσταντίνου Ποταμιάνου: «Μπίτολα» ἢ «Βιτώλια»’ εἶναι ὀνομασία ποὺ ἐπέβαλαν οι Σέρβοι γιὰ νὰ μὴν φαίνεται ότι ἡ πόλις ἦτο τὸ ἑλληνικοὸ Μοναστήριον.

**~**~**~**~**~**~**~**~**

Ἀντιγόνεια Παιονίας (Σκόπια)

Ἡ Ἀντιγόνεια ἦταν μία ἑλληνιστικὴ πόλις στὴν Παιονία, τῆς βορείου Μακεδονίας, ποὺ τοποθετεῖται στὸν πίνακα τοῦ Πόιτινγκερ μεταξὺ τῶν Στενῶν καὶ τῶν Στόβων.

Ἀναφέρεται ἀπὸ πολλοὺς ἀρχαίους γεωγράφους (Σκύμνος, 631, Πλίνιος IV 10 s. 17?….. καὶ Κλαύδιος Πτολεμαῖος Γ 13 § 36). Κατὰ τὸν Πλίνιο ἡ πόλις εὑρίσκετο πλησίον τοῦ Ἀξιοῦ ποταμοῦ, πλησίον της Εὐρωποῦ.
Ἱδρύθη τὸ 272 π.Χ. ἀπὸ τὸν Μακεδόνα βασιλέα Ἀντίγονο, ὅταν ἀπέκτησε τὸν πλήρη ἔλεγχο τῆς Μακεδονίας.

Ἀπὸ τὸν Ῥωμαῖο ἱστορικὸ Τίτο Λίβιο (59 π.Χ. – 17 μ.Χ) μαθαίνουμε ὅτι στὴν μάχη τῆς Πύδνας, ἔλαβαν μέρος στὸ Μακεδονικὸ ἱππικὸ ὁ Πατροκλῆς καὶ ὁ Μένων ἀπὸ τὴν ἐν λόγῳ πόλις καὶ ὁ Παίων Δίδας. Ἀπὸ αὐτὸ συνάγεται ὅτι ἡ ἑλληνιστικὴ Ἀντιγόνεια, προμήθευε μὲ σοβαρὲς δυνάμεις ἱππικοῦ τὸ ἀντιγονιδικὸ βασίλειο. Ἦταν ἐπίσης καὶ ἕδρα τῆς ἐπαρχίας τῆς ἑλληνιστικῆς Παιονίας. Μετὰ τὴν ἥττα αὐτὴν (τῆς 22ας Ἰουνίου 168 π.Χ.), ὁ Αἰμίλιος Παῦλος, λεηλάτησε μὲ βαρβαρότητα τὴν μακεδονικὴ ὕπαιθρο. Ἴσως θύμα νὰ ὑπῆρξε καὶ ἡ Ἀντιγόνεια. Παρὰ τὶς λεηλασίες ὅμως ἡ πόλις φαίνεται ὅτι ἐπέζησε καὶ στοὺς χρόνους τοῦ Κλαυδίου Πτολεμαίου, ἀλλοιῶς δὲν θὰ ἀνεφέρετο..

**~**~**~**~**~**~**~**~**

Ἡ ἀρχαϊκὴ νεκρόπολις τῶν Περεσαδυῶν (Σκόπια)

Ἀρχαία νεκρόπολις χρονολογουμένη ἀπὸ τὴν Ἐποχὴ τοῦ Σιδήρου καὶ περὶ τὸν 7ο αἰώνα πχχ. εὑρίσκεται κοντὰ στὴν πόλη τῆς Ὀχρίδος, τῶν Σκοπίων.

Πιστεύεται πὼς ἡ νεκρόπολις αὐτὴ ἐχρησιμοποιεῖτο ἀπὸ τοὺς κατοίκους τῆς ἀρχαίας πόλεως τῆς Λύχνιδος. Ἡ νεκρόπολις ἦλθε στὸ φῶς τὸ 1918 ἀπὸ Βουλγάρους στρατιῶτες. Ἔκτοτε, σημαντικὸς ἀριθμὸς μνημάτων, πέντε χρυσᾶ προσωπεῖα, καθὼς καὶ ὁρισμένα χρυσᾶ σκουλαρίκια καὶ οἰκιακὰ ἀντικείμενα ἔχουν ἀνευρεθῆ. Τὰ εὐρήματα αὐτὰ φιλοξενοῦνται στὰ Ἀρχαιολογικὰ Μουσεῖα τῆς Ὀχρίδος, τῆς Σόφιας καὶ τοῦ Βελιγραδίου.

Ἀπόσπασμα ἀπὸ ἔργο τοῦ Στράβωνος ἀναφέρει πὼς οἱ Περεσάδυες (θρακικὴ φυλὴ) καὶ ἡ ἰλλυρικὴ φυλὴ τῶν Ἐγχελίων συνεμάχησαν μεταξύ τους γιὰ τὴν ἵδρυση ἑνὸς νέου κράτους στὴν περιοχὴ τῆς συγχρόνου Ὀχρίδος.

Ἐφ’ ὅσον ἡ συγκεκριμένη ἀναφορὰ εἶναι σωστή, τότε, τὸ βασιλικὸ κοιμητήριο τὸ ὁποῖο εὑρίσκεται ἐντός της νεκροπόλεως εἶναι ἐκεῖνο τῶν Περεσαδυῶν.

**~**~**~**~**~**~**~**~**

Λύχνιδος (Σκόπια)

Στὴν βορειοανατολικὴ ὄχθη τῆς πανεμόρφου Ἀχρίδος [1], ἕνας μοναχικὸς λόφος κωνικοῦ σχήματος προσέφερε τὸν ἰδανικὸ προσανατολισμὸ γιὰ τὴν οἰκοδόμηση μία πόλεως, σύμφωνα μὲ τὰ ἀρχαιοελληνικὰ πρότυπα. Στὴν προστατευομένη ἀπὸ τοὺς βοριάδες, εὐάερο καὶ εὐήλιο, νότιο πλευρὰ τοῦ λόφου ἁπλώνετο ἡ ἀρχαία Λύχνιδος ἢ Λυχνιδός, ποὺ ὄφειλε τὴν ἀνάπτυξη τns στὸν μεγάλο κτίστη ἐσωτερικῶν πόλεων, Φίλιππο B’, βασιλέα τῆς Μακεδονίας.

[…]

Τὴν πορεία τοῦ Ἡλίου ἀπὸ τὸ Αἰγαῖο στὴν Ἀδριατικὴ ἠκολούθησαν ἐκεῖνοι οἱ ἄπιαστοι στὸ ἐμπόριο Κορίνθιοι, ποὺ εἶχαν ἵδρυση τὴν Ποτίδαια στὶς Χαλκιδικὲς ἀκτὲς τοῦ Θερμαϊκοῦ Κόλπου καὶ τρεῖς-τέσσερις ἀποικίες ἑκατοντάδες χιλιόμετρα δυτικότερα.

Ἀπὸ τὸν Θερμαϊκὸ εἰσχωροῦσαν στὴν μακεδονικὴ ἐνδοχώρα καί, μέσα ἀπὸ ἀπάτητα μονοπάτια κατὰ μῆκος ποταμῶν καὶ λιμνῶν, περνοῦσαν τὴν χώρα τῶν βάρβαρων Ἰλλυριῶν, διέσχιζαν τὴν ὀρεινοτάτη Ἤπειρο καὶ κατέληγαν εἴτε στὴν ἀκτὴ ἀπέναντι ἀπὸ τὴν κορινθιακὴ Κέρκυρα εἴτε, πολὺ βορειώτερα, στὸ κορινθιακὸ λιμάνι τῆς Ἐπιδάμνου (τὸ βυζαντινὸ Δυῤῥάχιο, ἀλβανικὸ Ντοῦῤῥες) στὰ παράλια της Ἀδριατικῆς.

Αὐτοὶ διένοιξαν τὸν στρατηγικὸ δρόμο, τὸν ὁποῖο αἰῶνες ἀργότερα ἠκολούθησε ἡ Ἐγνατία. Αὐτοὶ ἐγκαινίασαν τὶς ἀνταλλαγὲς προϊόντων μὲ τοὺς Ἰλλυριούς, ποὺ κατεῖχαν τὰ ἐδάφη πέραν ἀπὸ τὴν Ἤπειρο καὶ τὴν Μακεδονία.
Ἂς μὴν ἀποῤῥήσῃ λοιπὸν κάποιος ὅταν θὰ ἰδῆ ἀνάμεσα στοὺς Ἰλλυρικοὺς θησαυροὺς τὶς Λυχνιδοὺ-Ἀχρίδος ἑλληνικὰ ἔργα ἀρχαϊκῆς τέχνης. Νὰ θυμᾶται τοὺς Κορινθίους τοῦ 5ου καὶ 6ου π.α.χ. αἰῶνος.

ἀπὸ κείμενον τῆς Μαριάννας Κορομηλᾶ

[1] Λυχνιδία λίμνη

Πηγές:

Ἀχρίς, μία ζωντανὴ πόλις μουσεῖο

Ὀχρὶς

Μικρὲς Ἐκδόσεις

ἔρευνα
Πανορμίτης Σπανὸς

Εἰδικῶς περὶ τῆς Λύχνιδος ἐκτενὴς ἔρευνα ἀπὸ τὸν Ἀστέριο Τσίντσιφο ἐδῶ:

Θάλασσα στὰ Σκόπια

Δημιουργοῦν δική τους …«νομισματικὴ ἱστορία» οἱ Σκοπιανοί!!!

(Visited 402 times, 1 visits today)




Leave a Reply