Γιὰ νὰ καταλάβουμε ὅτι στὴν ἱστορία δεν παίζουν ῥόλο οἱ ἰδεολογίες ἀλλὰ ἡ θέσις ποὺ παίρνει ὁ κάθε ἕνας σὲ μία ἱστορικὴ στιγμή, μποροῦμε νὰ δοῦμε τὴν περίπτωση τοῦ Dollfuss.
Μέλος τοῦ χριστιανοκοινωνικοῦ κόμματος ἐδέχθη τὴν ἐξουσία ἀρχικά, μετὰ ἐγκαθίδρυσε δικτατορία (μονοκομματικὸ καθεστώς) προκειμένου νὰ ἀντιμετωπισθῇ ὁ κίνδυνος τόσο τοῦ Hitler ὄσο καὶ τοῦ κο Συνέχεια




Ἴσως τὴν χρειασθοῦμε στὸ μέλλον. Γι’ αὐτὸ τὴν μνημονεύω. Ἡ Δίκη τῆς Νυρεμβέργης δὲν ἦταν δίκη, μὲ τὴν αὐστηρὴ νομικὴ ἔννοια τοῦ ὅρου. Ἦταν νομότυπη ἐκδίκηση. Ἔλειψε ἀπὸ τὴν μεριὰ τῶν κατηγορουμένων καὶ τῶν δικηγόρων-ὑπερασπιστῶν τους ἡ ἰσηγορία, τὸ audiatur et altera pars (= ἄς ἀκουσθῇ καὶ ἡ ἄλλη πλευρὰ). Βεβαίως τόσο οἱ κατηγορούμενοι, ὅσο καὶ ἡ ὑπεράσπισή τους εἶχαν εὐκαιρίες λόγου –καὶ μάλιστα πολλὲς– ἀλλὰ δὲν εἶχαν ἐπαρκὴ πρόσβαση στὸ μαρτυρικὸ ὑλικὸ ἤ στὸ προσωπικό τους ἀρχεῖο. Σπάνια τοὺς δόθηκε ἡ δυνατότητα τοῦ cross-examination (=τῆς κατ’ ἀντιπαράσταση ἐξετάσεως μαρτύρων) καὶ γι’ αὐτὸ ἡ τελικὴ ἀπόφαση ἀπὸ ἐγκρίτους νομικοὺς θεωρήθηκε nulle et non avenne (=ἄκυρη καὶ ἀνύπαρκτη).