Ὥρα νὰ παύσουμε νὰ εἴμαστε θύματα

Ὑπάρχει μία κραυγαλέα περίπτωσις στὰ δικαστικὰ δεδομένα, ποὺ ἂν καὶ ὁ ἀδικούμενος δικαστικῶς ἐδικαιώθη, ἐν τούτοις οὐδέποτε ἐφηρμόσθησαν οἱ δικαστικὲς ἀποφάσεις. Πρόκειται γιὰ τὸν καθηγητὴ Ἱστορίας Δημήτριο Μιχαλόπουλο, ποὺ ἐπὶ πλέον μὲ τιμᾶ μὲ τὴν προσωπική του φιλία, ἐδῶ καὶ χρόνια.

Το 1988 προκηρύχθηκε θέση αναπληρωτή καθηγητή στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, με γνωστικό αντικείμενο την «Ιστορία της Νεωτέρας Ελλάδος». Υποψήφιοι για τη  θέση αυτή ήταν οι Δημήτρης Μιχαλόπουλος, επίκουρος καθηγητής τότε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ο Αντώνης Λιάκος, επίσης επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Τη θέση  κατέλαβε ο Αντώνης Λιάκος, αντί για τον Δημήτρη Μιχαλόπουλο. Η εκλογή  έγινε παράνομα, δηλαδή βάσει εισηγητικής εκθέσεως που είχε συνταχθεί από διμελή επιτροπή  και όχι τριμελή, όπως ρητά ορίζει ο Νόμος. Συνέχεια





Θά ψηφίσουμε τί;

Δὲν ἔχω, ἐδῶ καὶ πάρα πολὺν καιρό, πρόβλημα μὲ τὶς πολιτικο-κομματικὲς ἀπόψεις τῶν συμπατριωτῶν μου. Ἔτσι κι ἀλλοιῶς, ἐκτὸς ἀπὸ ἀπόψεις, ποὺ συνήθως στερῶνται γνώσεων κι ἐπιχειρημάτων, ἐξακολουθοῦν νὰ παραμένουν ἀτομικό τους δικαίωμα. Ἔχω ὅμως πρόβλημα μὲ τοὺς φανατισμούς, τὶς παρά-πληροφορίες καὶ τὶς ἀκρότητες. Ἔχω πρόβλημα μὲ κάθε ἕναν καὶ κάθε μία ποὺ ὑπὸ τὴν σκέπη μίας «ἰδεολογίας» μᾶς ζαλίζουν τὰ …μέζεα νυχθημερόν, μὴ ἀντιλαμβανόμενοι πὼς ἀπὸ ἀρχῆς ἔως τέλους ὅλα αὐτὰ ποὺ διακινοῦν καὶ διατυμπανίζουν πάσχουν καὶ κυρίως, τώρα πιὰ ποὺ ὁ κόσμος ἀρχίζει νὰ ἀντιλαμβάνεται τὸν μῦθο τῶν κομμάτων, ἐνοχλοῦν. Ἀρνοῦμαι ἐν ὀλίγοις τὸν κομματικὸ προσηλυτισμό, ὅπως ἐπίσης ἀρνοῦμαι γενικῶς κάθε εἴδους προσηλυτισμό. Μπορεῖ κάποιος νὰ διατηρῇ τὶς ἀπόψεις του, νὰ παρουσιάζῃ τὰ ἐπιχειρήματά του, ἐὰν ὑφίστανται, ἀλλὰ νὰ μᾶς ἀφήνῃ στὴν ἡσυχία μας καὶ νὰ μὴν θέτῃ ὡς στόχο ζωῆς του τὸ νὰ μᾶς …«ἀλλάξῃ μυαλά». 
Αὐτὰ γενικῶς.
Εἰδικότερα μπορεῖτε νὰ διαβάσετε καὶ τὸ ἐξαιρετικὸ κείμενον τοῦ κου Μιχαλοπούλου:

Ἐμεῖς τί κάνουμε;

Συνέχεια





Ἐμεῖς τί κάνουμε;

Ἡ Ἑλλὰς ποὺ φεύγει

Βρίσκομαι στὴν ἀνάγκη νὰ ἀρχίσω μιλώντας γιὰ τὸν ἑαυτό μου: Μεγάλωσα σὲ ἕνα κομμάτι τῆς Ἑλλάδος, στὸ ὁποῖο ὁ ἀπόηχος τῶν γεγονότων τοῦ 1821 παρέμενε ἰσχυρὸς καὶ ἐπεσκίαζε ὁποιανδήποτε ἄλλη ἱστορικὴ ἀνάμνηση. Μιλώ, βέβαια, ὄχι μόνο γιὰ τὴν Ἀττικὴ ἀλλὰ καὶ γιὰ τὶς ἀνατολικὲς ἀκτὲς τοῦ Μοριᾶ μας καὶ -κυρίως- γιὰ αὐτὰ τὰ μοναδικά, ὑπέροχα στὴν παράδοξη καὶ κάποτε ἄγρια ὀμορφιά τους, μικρόνησα τοῦ Ἀργοσαρωνικοῦ.  Ἐκεῖ λοιπόν, μέχρι καὶ τὰ μέσα τοῦ Κ΄ αἰώνα ἐπικρατοῦσαν τὰ ἤθη τῶν ἀνθρώπων ποὺ σφυρηλάτησαν τὴν ναυτικὴ παράδοση τῆς Νεωτέρας καὶ Συγχρόνου Ἑλλάδος. Στὸ σπίτι, πράγματι, ὅπου περνοῦσα τὰ καλοκαίρια ἤταν χαραγμένη ἡ χρονολογία ἀνεγέρσεώς του: 1829. «Γιατί τὸ 1829;» ῥωτοῦσα μικρὸς ἐγώ. «Ἐπειδὴ τότε ἐλευθερώθηκε ὁ τόπος μας καὶ οἱ πρόγονοί μας μπόρεσαν νὰ κατεβοῦν ἀπὸ τὸ βουνὸ  κοντὰ στὴν θάλασσα», ἔπεφτε τσεκουράτη ἡ ἀπάντησις. Καὶ ἀκολουθοῦσε ἀκόμη πιὸ κοφτὴ ἡ σύστασις: «Χώνεψέ το αὐτὸ καὶ μὴ ξαναρωτᾶς!» Συνέχεια





Γιατὶ ἐὰν θιγῇ ὁ βενιζέλος αὐτομάτως καταῤῥέουν καὶ οἱ ἀπόγονοί του!!!

Γράφαμε ἐχθὲς γιὰ τὸ πόσο ἀναγκαῖον πλέον εἶναι, γιὰ τὶς συνειδήσεις ὅλων μας, νὰ ἀσκηθῇ σαφὴς καὶ τεκμηριωμένη κριτικὴ κατὰ τοῦ Ἐλευθερίου Βενιζέλου. Συνέχεια





Δωρεὰν Μαθήματα Ἱστορίας ξανὰ στὸ Λαϊκὸ Πανεπιστήμιον

Μαθήματα Ἱστορίας, ξανά, ἀπὸ τὸν Ἱστορικό μας Δημήτριο Μιχαλόπουλο, γιὰ ἀκόμη μίαν φορά, στὸ Λαϊκὸ Πανεπιστήμιο τῆς Ἑταιρείας τῶν Φίλων τοῦ Λαοῦ (Εὐριπίδου 12, πλατεῖα Κλαυθμῶνος).
Τὰ μαθήματα γίνονται πάντα δωρεὰν καὶ ἔχουν σὰν θέμα τους: «Ἡ Ἑλλὰς στὸν στρόβιλο τῶν διεθνῶν κρίσεων» μὲ ἔμφαση στὸ Βορειοηπειρωτικὸ ζήτημα.





Ὁ ἀληθὴς σκοπὸς τῆς ἐκστρατείας τοῦ Ἰμπραὴμ

Ἡ κατὰ τὸ 1826 καταστροφὴ τοῦ Πραστοῦ ἀπὸ τὰ Ὀθωμανικὰ στρατεύματα καὶ ὁ ἀπώτερος χαρακτὴρ τῆς ἐκστρατείας τοῦ Ἰμπραῆμ στὴν Πελοπόννησο  

Τὰ σχετικά μὲ τὴν πυρπόληση τοῦ Πραστοῦ ἀπὸ τὰ ὀθωμανικὰ στρατεύματα τὸ καλοκαίρι τοῦ 1826[1] εἶναι γνωστὰ – καὶ συνεπῶς δὲν ἀπαιτεῖται ἐδῶ ἀνάλυσις εὐρυτέρα. Ἀναγκαῖο ὅμως παραμένει νὰ ἀνακληθοῦν στὴν μνήμη τὰ βασικὰ σημεῖα τοῦ δράματος, ὥστε νὰ ἐπιτευχθῇ ἡ ἐμπέδωσις τῆς βραχυτάτης ἀναλύσεως ποὺ θὰ ἐπιχειρήσω ἀμέσως μετά. Τὸ πρῶτο, πάντως, ποὺ ὀφείλει νὰ τονίσῃ κάποιος εἶναι ὅτι ἡ τότε εἰσβολὴ ὀθωμανικῶν στρατευμάτων στὴν Τσακωνιά, ποὺ ἀπὸ ὁρισμένους τοποθετεῖται στὸ ἔτος 1825[2], γενικῶς ἀπέτυχε[3].
Ἐπὶ πλέον:
Συνέχεια