
Oἱ Κλέφτες τοὺς δυὸ πρώτους αἰῶνες τῆς τουρκοκρατίας οὔτε ταξικὸ οὔτε ἐθνικὸ ἀγῶνα μποροῦσαν νὰ κάμουν, μὰ οὔτε καὶ ἤξεραν τί θὰ πῇ αὐτό. Ὁ ἀγῶνας τους ἐνάντια στοὺς Τούρκους ἦταν μιὰ ἀπελπιστικὴ αὐτοάμυνα, γιὰ νὰ ζήσουν. ’Ἐξάλλου οὔτε καὶ οἱ ἱστορικὲς συνθῆκες εἶχαν ὡριμάση, γιὰ νὰ τοποθετήσουν τὸν ἀγῶνα τους μέσα σὲ πλαίσια ταξικὰ ἤ ἐθνικά. Μὰ καὶ σὲ καμμιὰ ἐποχὴ καὶ σὲ καμμιὰ περίπτωση δὲ μποροῦμε νὰ μιλήσουμε γιὰ ταξικὸ ἀγῶνα τῶν Κλεφτῶν ἤ τῶν Χαϊντούκων, γιατὶ αὐτοὶ δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ κοινωνικὴ τάξις καὶ οὔτε ἔπαιξαν ποτὲ κάποιον ῥόλο ο Συνέχεια
Οἱ πολλὲς διοικητικὲς φροντίδες, οἱ κόποι, οἱ τραυματισμοὶ καὶ τελευταία ὁ θάνατος τοῦ πιὸ στενοῦ του φίλου, Ἠφαιστίωνος, τοῦ ἔφθειραν τὴν ὑγεία. Ὁ Ἀλέξανδρος ἀῤῥώστησε βαρειὰ καὶ στὶς 10 πρὸς 11 Ἰουνίου τοῦ 323 π.Χ. ἄφησε τὴν τελευταία του πνοὴ στὴν Βαβυλῶνα, στὸ παλάτι τοῦ Ναβουχοδονόσορος Β’, σὲ ἡλικία μόλις 32 ἐτῶν καὶ 11 μηνῶν.
