
Ο Γεώργιος Πούλος.
«Ἀπὸ τὴν διεξαγωγὴν τῆς πολυκρότου δίκης τῆς σπείρας Πούλου καὶ Σία […] συνάγεται ὅτι οἱ δικαζόμενοι αὐτοὶ ἐγκληματίαι τοῦ λαοῦ τῆς Μακεδονικῆς ἰδία ὑπαίθρου, ἀποπειρῶνται νὰ συγκαλυφθοῦν ὑπὸ τὸν μανδύαν τὸν ἀντικομμουνιστικόν. Οὐδὲν ψευδέστερον τούτου καὶ οὐδὲν συκοφαντικώτερον τῆς μνήμης τῶν ἀθῴων θυμάτων των, τὰ ὁποῖα σήπονται εἰς τὰ ξηροπήγαδα τῆς Μακεδονικῆς ὑπαίθρου μὲ τὰ συρματόσχοινα πισθάγκωνα δεμένα […], τὰ φρικιαστικὰ ἐγκλήματα τῆς ὁποίας εἶναι ἐφάμιλλα μὲ τὰ ἐπακολουθήσαντα φρικαλέα Δεκεμβριανά. Κατὰ κανόνα, τὰ θύματά των ᾖσαν κάθε ἄλλο παρὰ Κομμουνισταὶ…» Συνέχεια



Τὸ ἴδιο συμβὰν ἔγινε στὴν Ἑλλάδα ἐπὶ κατοχῆς στὸ Στάδιο Τεγέας στὴν Τρίπολι, σὲ ἀφήγησι τοῦ πενθεροῦ μου ὁ ὁποῖος συμμετεῖχε στὸν ἀγῶνα ποὺ ἔγινε μεταξὺ τῶν ἐντοπίων Ἑλλήνων καὶ τῶν Ναζί.