Ἡ σφαγὴ στοὺς Λιγκιάδες. 3 Ὀκτωβρίου 1943.

«Ο Γερμανός έβγαλε την ξιφολόγχη και την κάρφωσε στην πλάτη του βρέφους». Η σφαγή στις Λιγκιάδες Ιωαννίνων, επειδή οι αντάρτες σκότωσαν τον φίλο του Χίτλερ… 

Στις 3 Οκτωβρίου του 1943 έξι καμιόνια με Γερμανούς καταδρομείς της μεραρχίας «Εντελβάις» εισέβαλαν στο χωριό Λιγκιάδες Ιωαννίνων και διέπραξαν ένα φριχτό έγκλημα. Πυρπόλησαν τα σπίτια του χωριού, σκότωσαν και έκαψαν, όσους κατοίκους δεν είχαν διαφύγει. Οι ναζί δεν έκαναν διακρίσεις. Σκότωναν αδιακρίτως γυναίκες, μικρά παιδιά και βρέφη. Από τα 82 θύματα του ολοκαυτώματος των Λιγκιάδων, Συνέχεια

Σφαγὴ Δοξάτου Δράμας. 29 Σεπτεμβρίου 1941

Δοξάτο

Οἰκογένειες σφαγιασθέντων τοῦ Δοξάτου


Τὸ μένος τῶν Βουλγάρων κατὰ τῶν Ἑλλήνων ἐκφράσθηκε δύο φορὲς μὲ τὶς σφαγὲς τοῦ Δοξάτου. Ἡ πρώτη μὲ θύματα 650 ἀθώους Δοξατινοὺς (ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδιά), ἔγινε τὴν 30η Ἰουνίου 1913.

Συνέχεια

Κρήτη, νησί μου…

Τὸ καλοκαῖρι τοῦ 1945, ὁ Νῖκος Καζαντζάκης περιοδεύει στὴν Κρήτη ὡς μέλος τῆς κυβερνητικῆς Ἐπιτροπῆς Διαπιστώσεως Γερμανικῶν Ὠμοτήτων.

Τοῦ Νίκου Καζαντζάκη

     Σοβαρὸ εἶναι τὸ πρόσωπο τῆς Κρήτης, πολυβασανισμένο. Μαδάρες γυμνές, τραχειές, ἀγέλαστες. Κυττάζεις ἀπὸ τὸ ἀεροπλάνο τὴν Κρήτη ν΄ ἁπλώνεται στὴν θάλασσα καὶ νοιώθεις πὼς ἀληθινὰ τὸ νησὶ ἐτοῦτο εἶναι γιοφύρι ἀνάμεσα σὲ τρεῖς ἠπείρους. Σημαδεμένο κι΄ ἀπ΄ τὶς τρεῖς τοῦτες μεγάλες Μοῖρες. Γιὰ πρώτη φορὰ στὴν Εὐρώπη πήδησε κι΄ ἔκτισε φωλιὰ στὴν Κρήτη τὸ πεινασμένο ἀρπακτικὸ πουλὶ ποὺ τὸ λέμε πνεῦμα. Ἄπλωσε τὶς φτεροῦγες του στὸ Κρητικὸ χῶμα καὶ γέννησε τὸν μυστηριώδη, βουβὸ ἀκόμη, ὅλο ζωή, χάρη, κίνηση καὶ λαμπρότητα Κρητικὸ πολιτισμό. Συνέχεια

Γερμανῶν Στρατηγεῖο

Στὶς 27 Ἀπριλίου 1941, ξεκινᾶ ἡ γερμανικὴ κατοχὴ στὴν Ἀθήνα.
Στὴν φωτογραφία βλέπουμε τὴν εἴσοδο τοῦ γερμανικοῦ στρατηγείου ποὺ κατὰ τὴν διάρκεια τῆς Κατοχῆς στεγαζόταν στὸ ξενοδοχεῖο «Μεγάλη Βρεταννία».

Συνέχεια

Μεσολόγγι. Μιὰ φούχτα χῶμα νὰ κρατῷ καὶ νὰ σωθῷ μ᾿ ἐκεῖνο… (ἀναδημοσίευσις)

«Μιὰ φούχτα χῶμα νὰ κρατῷ καὶ νὰ σωθῷ μ᾿ ἐκεῖνο…»
Ἐλεύθεροι Πολιορκημένοι, Σολωμός Διονύσιος, ΣΧΕΔΙΑΣΜΑ Β’, ΧΙΙΙ,6

***

    Ποιός εἶναι ἰκανὸς νὰ περιγράψῃ τὶς στιγμὲς ἐκεῖνες τοῦ σπαρακτικοῦ μεσονύκτιου ἀποχαιρετισμοῦ, ὅταν οἱ Μεσολογγίτες καὶ οἱ Μεσολογγίτισσες χωρίσθηκαν ἀπὸ τοὺς ἀγαπημένους καὶ τοὺς ἀσθενεῖς, ἔδωσαν τὸν τελευταῖον ἀσπασμόν καὶ κατευθύνθηκαν πρὸς τὰ τέσσερα ξύλινα γεφύρια· τὰ γυναικόπαιδα χωριστὰ πρὸς τὸ τελευταῖο πρὸς τὴν θάλασσα γεφύρι ὡς «ἀπέχον περισσότερον τῶν προμαχώνων» τοῦ ἐχθροῦ; Ἀλλὰ οἱ περισσότερες γυναῖκες φοροῦσαν φουστανέλλα καὶ ἦταν ζωσμένες τὴν σπάθη, ἔτοιμες πρὸς τὴν ἔσχατη πάλη· καὶ τὰ παιδιὰ ἐκεῖνα, τὰ παιδιὰ ἔπαιρναν μαχαίρια καὶ πιστόλια μακρύτερα τῶν χεριῶν τους… 
 

Συνέχεια